Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies και παρόμοιες τεχνολογίες.

Εάν δεν αλλάξετε τις ρυθμίσεις του προγράμματος περιήγησης, συμφωνείτε με αυτό. Ενημερωθείτε

Συμφωνώ

Διάσταση συζύγων - Χρήση της οικογενειακής στέγης - Λύση του γάμου - Ασφαλιστικά Μέτρα Νομής

 

 

 

 

 

 

 

Η παραχώρηση χρήσης της οικογενειακής στέγης σε έναν εκ των συζύγων όταν το ακίνητο ανήκει σε έναν εκ των συζύγων και όταν ανήκει σε τρίτο πρόσωπο (συγγενή) και έχει παραχωρηθεί χωρίς αντάλλαγμα - Αναγκαίος τύπος επί σύστασης δικαιώματος οίκησης - Σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου - Καταγγελία σχετικής σύμβασης

Ι.   Η υποχρέωση για έγγαμη συμβίωση περιλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις που επιβάλλει σύμφωνα με τις κρατούσες ηθικές αντιλήψεις και συνήθειες η έγγαμη ζωή, μεταξύ των οποίων είναι και η υποχρέωση των συζύγων για συγκατοίκηση. Από αυτήν απορρέει και η αξίωση καθενός από τους συζύγους να χρησιμοποιήσει την οικογενειακή στέγη, καθώς και τα έπιπλα και σκεύη που βρίσκονται μέσα σ’ αυτήν, ακόμη κι αν δεν ανήκουν στη δική του κυριότητα, αλλά στην κυριότητα του άλλου συζύγου. Οικογενειακή στέγη είναι το ακίνητο που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των συζύγων ανεξάρτητα από το αν ανήκει στον ένα ή και τους δύο συζύγους ή σε τρίτο (Απ. Γεωργιάδη, Η οικογενειακή στέγη, ΕλλΔνη 29. 1285). Έτσι, γίνεται δεκτό στη θεωρία και τη νομολογία ότι ο σύζυγος, που χρησιμοποιεί ή παραμένει στη συζυγική οικία κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν έχει την ιδιότητα του «χρησάμενου» της σύμβασης χρησιδανείου (άρθ. 810 ΑΚ), αλλά ασκεί οικογενειακό δικαίωμα, που πηγάζει από τη συζυγική του σχέση (βλ. Τζίφρας, ΝοΒ 20. 575-576, Ασφαλιστικά μέτρα, Γ΄ έκδοση, σελ. 395, Ι. Δεληγιάννης, Οικογενειακό Δίκαιο, τόμ. Ι, τεύχ. 2, σελ. 54, Α. Τούσης, ΟικογΔ, έκδ. Δ΄ Ι παρ. 126-127, σελ. 413, σημ. 2α, Ι. Αποστολόπουλος, Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, έκδ. Ε΄, παρ. 427, σελ. 550, σημ. 33, Γ. Κατράς, ΕλλΔ/νη 22. 75, ΠΠρΑθ 10398/1982 ΝοΒ 30. 1312, ΠΠρΑθ 8073/87 ΕΕΝ 1988. 151). Η οικογενειακή στέγη διαρκεί από τη σύναψη του γάμου έως τη λύση του και προσδιορίζεται κατά τη συμβίωση από τους ίδιους τους συζύγους στο πλαίσιο των ΑΚ 1386 και 1387. Φυσικό είναι σε περίπτωση διάστασης να υποχωρεί η υποχρέωση της ΑΚ 1386, ενώ δεν καταργείται και το δικαίωμα που πηγάζει από την ΑΚ, να ρυθμίζουν οι σύζυγοι από κοινού το κάθε θέμα σχετικό με το συζυγικό βίο. Ως τέτοιες αποφάσεις δεν νοούνται μόνο αυτές, που αφορούν τη δημιουργία και διατήρηση συμβίωσης, αλλά και αποφάσεις που ρυθμίζουν τα θέματα της ζωής των συζύγων κατά τη διάσταση. Το δικαίωμα αυτό χρήσης της οικογενειακής στέγης μπορεί κατά την ορθότερη γνώμη να γεννηθεί εκτός από δικαστική απόφαση και με τη συμφωνία των συζύγων, είτε γραπτή, είτε προφορική (βλ. ΕφΠατρ 145/2009). Έτσι έγκυρα αποφασίζουν για τον τρόπο χρήσης της οικογενειακής στέγης. Η απόφαση των συζύγων μπορεί να είναι γραπτή ή προφορική και είναι δεσμευτική, όσο δεν αλλάζουν οι συνθήκες που τη δημιούργησαν. Η ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης μπορεί να αφορά και προκαθορισμένο χρόνο που δεν εξαντλεί όλο το χρόνο της διακοπής της συμβίωσης. Η μεταβολή των συνθηκών δικαιολογεί την τροποποίηση είτε από τους ίδιους τους συζύγους με άλλη κοινή απόφασή τους είτε από το Δικαστήριο μετά από αίτηση του ενός συζύγου (βλ. Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΕρμΑΚ, άρθ. 1393, σελ. 238, 240, αριθ. 41, 47, 49, Β. Βαθρακοκοίλη το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Β΄ έκδοση, άρθ. 1393, σελ. 272, 274, αριθ. 6, 11). Συνήθως όμως οι εν διαστάσει σύζυγοι δεν κατορθώνουν να λάβουν κοινή απόφαση για τη χρήση της οικογενειακής στέγης στο μέλλον. Για το λόγο αυτό η διάταξη του άρθρου 1393 ΑΚ δίνει τη δυνατότητα αγωγής για τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις του εμπραγμάτου και του ενοχικού δικαίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α΄ ΑΚ σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ίδιων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιός από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Με αυτή θεσπίζεται ενδοτικού δικαίου ρύθμιση που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποκλίνει από τις γενικές διατάξεις του ενοχικού και εμπράγματου δικαίου. Η παραχώρηση της χρήσεως του ακινήτου στον ένα σύζυγο, ενώ τούτο ανήκει αποκλειστικά ή κατά ποσοστό στον άλλο σύζυγο, δημιουργεί μια ιδιόρρυθμη ενοχική σχέση, η οποία δεν μπορεί να υπαχθεί στις ειδικότερες ρυθμίσεις κατεστρωμένων στον Αστικό Κώδικα έννομων σχέσεων, σε σχέση με τη χρήση ακινήτου, διότι αυτές έχουν μορφή συμβάσεως και στηρίζονται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) (βλ. ΑΠ 219/1999, ΕφΝαυπλ 545/1999). Η διάταξη του 1393 ΑΚ που ιδρύει δικαίωμα χρήσης της οικογενειακής οικίας στον μη δικαιούχο της (εμπραγμάτως ή ενοχικώς) εισάγει σοβαρή καινοτομία, κατά τη ρύθμιση της οικογενειακής στέγης, μετά την επελθούσα διάσταση των συζύγων και μάλιστα κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον, που συνάγεται με βάση τις γενικές διατάξεις, όπως, άλλωστε, προκύπτει από τη δικαιολογία της εισηγητικής έκθεσης (βλ. αναπτ. Απ. Γεωργιάδης, Η οικογενειακή στέγη, ΕλλΔ/νη 29. 1284 επ. και κυρίως αριθ. ΙV, σελ. 1286 - Απ. Γεωργιάδης, ΕμπραγμΔ, τομ. Α Ι εκδ. 1991, § 58/11, αριθ. 37, σελ. 566 - για την εισηγητική έκθεση βλ. Αρμ 37. 285). Το άρθ. 1393 ΑΚ θεμελιώνει υπέρ του συζύγου, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διατάξεως, αξίωση κατά του άλλου συζύγου, για παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, αγώγιμη και εκτελεστή (βλ. Δεληγιάννης/Κουτσουράδης, ΟικογΔ, τομ. ΙΙ, εκδ. 1987, § 241). Η διάταξη απομακρύνεται από τη ρύθμιση των γενικών διατάξεων του ενοχικού και εμπραγμάτου δικαίου και εισάγει δίκαιο επιεικές. Έτσι, σε περίπτωση εναγωγής της συζύγου από το δικαιούχο κύριο και ενάγοντα σύζυγό της με τη διεκδικητική αγωγή του άρθ. 1094 ΑΚ, η εναγομένη σύζυγος μπορεί να αντιτάξει, στα πλαίσια εφαρμογής της διατάξεως του αρθ. 1095 ΑΚ, το δικαίωμα της έννομης σχέσης της κατοχής, που βασίζεται στο άρθ. 1393 ΑΚ. Σημειώνεται, ότι η ρύθμιση αυτή, έχει κριθεί νομολογιακώς ότι δεν προσκρούει στη συνταγματική διάταξη του αρθ. 17 Συντ. αφού δεν κρίνεται, πως αποστερεί τον κύριο από την ιδιοκτησία του. Άλλωστε, τόσο η κατοικία όσο και η ιδιοκτησία έχουν και κοινωνική λειτουργία, που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματώνεται διά της διατάξεως του άρθ. 1393 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθ. 21 Συντ, με την οποία προστατεύεται η οικογένεια (βλ. Δεληγιάννης/Κουτσουράδης, ό.π. σελ. 209 επ. - Θ. Παπαζήση, στο Απ. Γεωργιάδη/Μ. Σταθόπουλου, ΑστΚωδ., τομ. VΙΙ, εκδ. 1991, ΟικογενΔ, εκδ. 1991, στο αρθ. 1393ΝΙΙΙ, αριθ. 84, σελ. 246 ίn fine και επ. - Π. Δαγτόγλου, Σύνταγμα (ατομικά δικαιώματα), τομ. Α΄, εκδ. 1991, αριθ. 190, σελ. 104 ίn fine και επ.). Η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία ρυθμίζεται η χρήση της οικογενειακής στέγης είναι προσωρινή και διαρκεί όσο η διάσταση των συζύγων και μένουν αμετάβλητα τα πραγματικά περιστατικά που την υπαγόρευσαν, δεν αποτελεί δε οριστικό δεδικασμένο και μπορεί να αναθεωρηθεί (τροποποιηθεί ή μεταρρυθμιστεί) όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις (ΕφΑθ 8306/1995 ΕλλΔνη 37. 1429, ΕφΑθ 335/1993 ΕλλΔνη 35. 485). Η απόφαση αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως αν δεν ζητηθεί η τροποποίησή της, μετά την αμετάκλητη απόφαση που λύνει ή ακυρώνει το γάμο, οπότε οι σχέσεις των συζύγων, αναφορικά με την κυριότητα, τη νομή και τη χρήση του ακινήτου, που χρησίμευε για οικογενειακή στέγη, διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και του ενοχικού δικαίου (ΕφΠατρ 634/2007 ΑχαΝομ 2008. 241, ΕφΑθ 8306/1995 ό.π., ΕφΑθ 335/1993 ό.π., ΕφΑθ 7890/1986 ΕλλΔνη 28. 1274, Δεληγιάννης, Οικογ. Δικ. II (1987) παρ. 241-243, Σπυριδάκης, Οικογ. Δικ. 6. 104, Παπαζήση, ό.π. άρθρο 1393 IV 1 αρ. 85-87 σελ. 247-248). Το δικαίωμα του συζύγου να ζητήσει, στην περίπτωση της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, τη ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης, το οποίο είναι αυτοτελές και αυθυπόστατο (ΕφΑθ 3499/1989 Αρμ. 44. 575, ΕφΑθ 7890/1986 ό.π.), μπορεί να ασκηθεί με κύρια αγωγή ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της διαστάσεως (ΕφΑθ 3499/1989 ό.π., ΕφΑθ 7890/1986 ό.π.). Είναι πάντως αυτονόητο ότι εφόσον υπάρχει επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος, το δικαίωμα αυτό μπορεί να προστατευθεί προσωρινά με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΕφΑθ 3499/1989 ό.π., ΕφΑθ 7890/1986 ό.π., Παπαζήση, ό.π. άρθρο 1393 IX 3 αρ. 92-93 σ. 248-249, Βαθρακοκοίλης, Κωδ. Πολ. Δικον. Ερμην. Νομολ. Αναλ. τόμ. Δ΄ (1996) σ. 383). Έτσι, στα πλαίσια της διαδικασίας για τη ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης μπορούν να λαμβάνονται και ασφαλιστικά μέτρα είτε με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως της καταστάσεως μέχρι το πέρας της κύριας δίκης, είτε άλλου είδους, όπως ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση του δικαιώματος του συζύγου στον οποίο πρόκειται να παραχωρηθεί η χρήση της οικογενειακής στέγης ή μέτρα τα οποία αποβλέπουν στη διευκόλυνση της εφαρμογής της ρυθμίσεως που διατάζει το δικαστήριο, όπως η απαγόρευση ή η ανοχή της εισόδου σε ορισμένους χώρους (ΜΠρΣπαρτ 127/2005 ΕλλΔνη 2008. 633, Πουλιάδης, Η δικαστική ρύθμιση της χρήσεως της οικογενειακής στέγης επί διακοπής της συμβιώσεως των συζύγων (ΑΚ 1393) Αρμ. 49. 589 επ. και ιδίως 603). Η απόφαση που λαμβάνει προσωρινά μέτρα για τη ρύθμιση των σχέσεων των διισταμένων συζύγων και παραχωρεί την οικογενειακή στέγη σε κάποιον από αυτούς, αποτελεί τίτλο εκτελεστό, ακόμη και αν δεν περιέχει πανηγυρικό διατακτικό (ΠΠρΘεσ 28890/1998 Αρμ 1999. 368, Μπέη, Πολιτική Δικονομία 16, Ασφαλιστικά μέτρα, σελ. 884, Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, άρθρο 735, Παναγόπουλου, Ενημερωτικό σημείωμα στη ΜονΠρΑθ 3135/1987 Δ 18. 838). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, με τη διάσταση των συζύγων παύει να υφίσταται αξίωση για συμβίωση και κατ’ επέκταση για συνοίκηση. Το γεγονός όμως αυτό δεν δίνει το δικαίωμα στο σύζυγο, που είναι κύριος και νομέας της οικογενειακής στέγης, να αξιώσει την άμεση απομάκρυνση του άλλου συζύγου από αυτήν και την απόδοση της χρήσης της αποκλειστικά σ’ αυτόν με επίκληση των αντίστοιχων εμπραγμάτων δικαιωμάτων του, αφού πλέον η χρήση της οικογενειακής στέγης αποτελεί αντικείμενο είτε συναινετικής ρύθμισης είτε ρύθμισης κατ’ αρθρ. 1393 ΑΚ ύστερα από αγωγή κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών ή αίτηση για προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης κατ’ αρθρ. 735 ΚΠολΔ. Μέχρι τότε, ο σύζυγος που δεν είναι κύριος ή νομέας της οικογενειακής στέγης, δικαιωματικά παραμένει σ’ αυτήν με βάση είτε τη διάταξη του αρθρ. 1386 ΑΚ, είτε τη διάταξη του αρθρ. 1393 ή και 361 ΑΚ και η άρνησή του συνεπώς να αποδώσει τη χρήση της στον άλλο σύζυγο, που είναι κύριος και νομέας, δεν συνιστά αντιποίηση της νομής του, που εξακολουθεί να ασκείται μέσω αυτού ως κατόχου δυνάμει της έννομης σχέσης του γάμου (ΠΠρΡοδ 200/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 235/1996 Αρμ 1998. 857, ΜΠρΠειρ 1217/2017, ΜΠρΑθ 1557/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Βασ. I Μπρακατσούλα Ασφαλιστικά Μέτρα, Δ΄ έκδ. σ. 676 - 679).

Το ακίνητο που αποτελεί την οικογενειακή στέγη μπορεί, όπως προαναφέρθηκε, να ανήκει, κατά κυριότητα, στον ένα ή και στους δύο συζύγους ή σε τρίτο. Στην πρώτη περίπτωση, αν το δικαστήριο παραχώρησε τη χρήση της οικογενειακής στέγης στο σύζυγο που δεν είναι κύριος του ακινήτου, ο άλλος σύζυγος - ιδιοκτήτης του ακινήτου παραμένει κύριος και νομέας αυτού, ασκεί όμως τη νομή του μέσω του άλλου συζύγου, ο οποίος είναι κάτοχος αυτού (Απ. Γεωργιάδης, ό.π. σ. 1287, Παπαζήση, ό.π. άρθρο 1393 VII 2 αρ. 56, σ. 241, Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, ό.π. σ. 330). Με άλλα λόγια, ο τελευταίος εκπροσωπεί το σύζυγο - κύριο του ακινήτου στην άσκηση της νομής, ως κάτοχος, έχοντας αποκτήσει το δικαίωμα της κατοχής μετά τη διάσταση με τη δικαστική απόφαση (Κουνουγέρη -Μανωλεδάκη, ό.π., σ. 330-331). Τούτο έχει ως συνέπεια να μην μπορεί ο σύζυγος - κύριος να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά του δικαιούχου, αφού δεν υπάρχει παράνομη προσβολή της νομής του (άρθ. 987, 997, 1095 ΑΚ). Όσο δηλ. ισχύει η ρύθμιση της οικογενειακής στέγης, δεν υφίσταται προσβολή της νομής, δηλαδή αποβολή ή διατάραξη από το σύζυγο υπέρ του οποίου η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης (άρθρ. 1393 ΑΚ), γιατί δεν υφίσταται το στοιχείο της παρανομίας. Μόνο αν εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση διαζυγίου παύει η ρύθμιση της ΑΚ 1393 και ισχύουν πλέον οι γενικές διατάξεις του ενοχικού και εμπράγματου δικαίου (βλ. ΜΠρΠειρ 1217/2017, ΜΠρΑθ 1557/2013 ό.π., Βαθρακοκοίλη, ερμ. αρθρ. 735 ΚΠολΔ, τόμ. Δ΄ σ. 375, §11 και α 374 §4). Στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή το ακίνητο ανήκει εξ αδιαιρέτου και στους δύο συζύγους, ο σύζυγος στον οποίο παραχωρήθηκε από το δικαστήριο η χρήση είναι συγκύριος, συννομέας και κάτοχος -ως κάτοχος ασκεί συγχρόνως και τη νομή (συννομή) του άλλου συζύγου- ο τελευταίος είναι συγκύριος και συννομέας, αλλά ασκεί τη νομή μέσω του συζύγου κατόχου (Απ. Γεωργιάδης, ό.π. σ. 1288, Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη, ό.π. σ. 333, Παπαζήση, άρθρο 1393 VII 2β΄ αρ. 63 σ. 242). Αν το ακίνητο ανήκει κατά συγκυριότητα (εκτός από τον ένα ή και τους δύο συζύγους) και σε τρίτο πρόσωπο, δεν παρεμποδίζεται η παραχώρηση της χρήσης του ως οικογενειακής στέγης στον ένα σύζυγο, και μάλιστα χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του τρίτου, καθόσον όπου ο νομοθέτης θέλησε την ύπαρξή της το όρισε ρητώς, όπως στο εδάφιο γ΄ (Βαθρακοκοίλης, Ερμηνεία κατ’ άρθρο Αστικού Κώδικα, Τόμος Ε΄- Οικογενειακό Δίκαιο, έκδ. 2004, άρθρο 1393, αρ. 15, σελ. 279). Στην τρίτη περίπτωση, όταν δηλαδή κύριος και νομέας του ακινήτου που χρησιμεύει ως οικογενειακή στέγη είναι τρίτος, ο οποίος παραχώρησε σε κάποιον από τους συζύγους ή και στους δύο, το ακίνητο δυνάμει εννόμου σχέσεως (μίσθωση, χρησιδάνεια κλπ), όπως και στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις, ο εις ον παραχωρείται η χρήση της οικογενειακής στέγης είναι κάτοχος αυτής δυνάμει της εννόμου σχέσεως του γάμου και της δικαστικής αποφάσεως που του την παραχωρεί. Όμως, στην περίπτωση αυτή, η προ της ρυθμίσεως της χρήσης της οικογενειακής στέγης (είτε με συμφωνία των εν διαστάσει συζύγων είτε με δικαστική απόφαση) λήξη της εννόμου σχέσεως με την οποία είχε παραχωρηθεί το ακίνητο σε κάποιον από τους συζύγους ή και στους δύο, έχει ως συνέπεια την αποστέρηση της κατοχής από τους συζύγους και την υποχρέωσή τους να αποδώσουν τη χρήση του ακινήτου στο νομέα - τρίτο, οπότε δεν υφίσταται πλέον στάδιο ρυθμίσεως της χρήσεως της οικογενειακής στέγης, αφού ο κύριος και νομέας του ακινήτου, εφόσον είναι τρίτος, δεν αποστερείται των δικαιωμάτων του που απορρέουν από το ενοχικό και το εμπράγματο δίκαιο και μπορεί να εγείρει τις σχετικές με την κυριότητα και νομή αγωγές καθώς και ασφαλιστικά μέτρα νομής, συντρεχουσών των νομίμων προϋποθέσεων (ΕφΠατρ 470/2004 ΑχαΝομ 2005. 177, ΜΠρΘεσ 3250/2018 Αρμ 2018. 228, ΜΠρΑθ 4525/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚω 49/2006 ΕλλΔνη 2007. 1722, ΜΠρΘεσ 10934/1994 Αρμ 1995. 465, ΕιρΘεσ 6074/2017 Αρμ 2018. 627,  ΕιρΧαν 440/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακόμα όμως και όταν το ακίνητο, το οποίο κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ή προ αυτής είχε αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης μίσθωσης ή χρησιδανείου μεταξύ του ιδιοκτήτη του και του ενός ή και των δύο συζύγων, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης παραχωρήθηκε η χρήση του ως οικογενειακής στέγης στον ένα από τους συζύγους, η ιδιότητα αυτή του μισθίου ή χρησιδανεισθέντος ακινήτου ως οικογενειακής στέγης δεν αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων για τη μίσθωση ή το χρησιδάνειο. Επομένως, αν σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται ο εκμισθωτής να ζητήσει την απόδοση του μισθίου είτε λόγω λήξεως της διάρκειας της μίσθωσης είτε ύστερα από καταγγελία της μίσθωσης λόγω καθυστέρησης στην καταβολή του μισθώματος ή κακής χρήσης του μισθίου, ή αντίστοιχα δικαιούται ο χρήστης να ζητήσει από τον χρησάμενο την απόδοση του πράγματος λόγω λήξεως του χρησιδανείου είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου είτε με καταγγελία της σύμβασης αν αυτή ήταν αορίστου χρόνου, τα δικαιώματά τους αυτά δεν θίγονται  από  την  ιδιότητα  του  μισθίου ή του χρησιδανεισθέντος ακινήτου ως οικογενειακής στέγης (ΜΠρΘεσ 10934/1994 ό.π.). Οποιαδήποτε συμπεριφορά του συζύγου - κατόχου, που είναι αντίθετη στους όρους της ενοχικής σχέσης της μίσθωσης ή του χρησιδανείου ή του νόμου, καθώς και οποιοδήποτε γεγονός που, από το νόμο ή την σύμβαση, επιδρά καταλυτικώς στη σχέση της μίσθωσης ή του χρησιδανείου, συμπαρασύρει και το δικαίωμα του συζύγου - κατόχου, αφού δεν έχει αυθυπαρξία, αυτοτέλεια, αλλά συναρτάται με την ύπαρξη και διατήρηση της ενοχικής σχέσης της μίσθωσης ή του χρησιδανείου (Βαθρακοκοίλης ό.π., άρθρο 1393, αρ. 18, σελ. 281). Συνεπώς, αν η ενοχική σχέση που συνέδεε τον τρίτο με τον ένα ή και τους δύο συζύγους έληξε για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο, τότε ο σύζυγος - κάτοχος υποχρεούται να αποδώσει το ακίνητο στον τρίτο - κύριο αυτού, χωρίς να μπορεί να αντιτάξει κατά του τελευταίου το δικαίωμα της έννομης σχέσης της κατοχής, που βασίζεται στην εκδοθείσα κατ’ άρθρο 1393 ΑΚ δικαστική απόφαση. Υπέρ της παραπάνω ερμηνείας συνηγορεί άλλωστε και το γεγονός ότι η ύπαρξη δικαστικής απόφασης που παραχωρεί την χρήση της οικογενειακής στέγης στον μη κύριο σύζυγο, δεν στερεί από τον άλλο σύζυγο (κύριο) την εξουσία διαθέσεως του ακινήτου σε τρίτο, απέναντι στον οποίο (νέο κτήτορα) ο σύζυγος - κάτοχος επίσης δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα χρήσης εκ του άρθρου 1393 ΑΚ, με συνέπεια το δικαίωμα αυτό να ματαιώνεται (ΑΠ 1880/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 802/2010, ΕφΘεσ 159/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης, ΕφΑθ 4585/2002 ΕλλΔνη 2003. 228, ΠΠρΑθ 1398/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕιρΧαν 440/2015 ό.π.).

ΙΙ.  Με το άρθρο 1183 ΑΚ ορίζεται ότι η προσωπική δουλεία της οίκησης συνίσταται στο εμπράγματο και αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου να χρησιμοποιεί ως κατοικία ξένη οικοδομή ή διαμέρισμά της. Η σύσταση της οίκησης μπορεί να γίνει: 1) με δικαιοπραξία εν ζωή, μονομερή ή με σύμβαση αιτιώδη. Για τη νομότυπη σύσταση της οίκησης με σύμβαση απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά ότι για κάποια νόμιμη αιτία συνιστάται υπέρ του τελευταίου οίκηση, η συμφωνία δε αυτή πρέπει να υποβληθεί σε συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί. Ειδικότερα, η οίκηση λόγω δωρεάς ομοιάζει με την ενοχική σύμβαση του χρησιδανείου, με την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους παραχωρεί στον άλλο τη χρήση πράγματος χωρίς αντάλλαγμα και αυτός έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης (άρθρο 810 Α.Κ.). Η σύμβαση αυτή είναι άτυπη, διαρκής, αιτιώδης, χαριστική και συνήθως παραδοτική, διαφέρει δε από την προσωπική δουλεία της οίκησης κυρίως, διότι ο χρησάμενος έχει τη δυνατότητα να παραχωρήσει τη χρήση σε τρίτο με την άδεια του χρήστη (άρθρο 815 Α.Κ.), δυνατότητα που αποκλείεται στην οίκηση. 2) Με δικαιοπραξία αιτία θανάτου και 3) με χρησικτησία (τακτική και έκτακτη), για την οποία εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις που αναφέρονται στην κτήση κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία (άρθρα 1041-1055 Α.Κ.). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1187, 1143, 975, 1041, 1045 ΑΚ, για τη σύσταση της οίκησης απαιτείται για μεν την τακτική χρησικτησία: α) οικοδομή ή διαμέρισμα δεκτικό χρησικτησίας, β) οιονεί νομή, που συνίσταται στη μερική φυσική εξουσίαση του αντικειμένου της οίκησης με διάνοια δικαιούχου οίκησης, γ) καλή πίστη, δ) νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος και ε) δεκαετής διάρκεια της οιονεί νομής, για δε την έκτακτη χρησικτησία: α) οικοδομή ή διαμέρισμα δεκτικό χρησικτησίας, β) οιονεί νομή οίκησης και γ) εικοσαετής διάρκεια της οιονεί νομής (ΑΠ 764/2016, ΜΕφΑθ 5468/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 810 και 816 ΑΚ προκύπτει ότι στη σύμβαση χρησιδανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής και χαριστική σύμβαση και μπορεί να καταρτισθεί και ατύπως, έστω και αν περιέχει παραχώρηση χρήσης ακινήτου, ο χρήστης παραχωρεί τη χρήση του πράγματος κινητού ή ακινήτου, χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο, ο τελευταίος δε έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης. Η χωρίς αντάλλαγμα παραχώρηση της χρήσης του πράγματος στον χρησάμενο αποτελεί ουσιώδη όρο για τη σύσταση της συμβάσεως του χρησιδανείου, διότι αν συμφωνήθηκε αντάλλαγμα, η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως χρησιδάνειο, αλλά συνήθως ή ως μίσθωση ή άλλη μικτή σύμβαση μη ρυθμιζόμενη πάντως από τις διατάξεις περί χρησιδανείου (βλ. ΑΠ 170/2003 ΧρΙΔ 2003. 412, ΑΠ 13/1971 ΝοΒ 19. 432, ΕφΛαρ 20/2003 ΝοΒ 2003. 1054, ΕφΠειρ 951/1994 ΕλλΔνη 37. 438, ΕφΑθ 10753/1991 ΝοΒ 40. 574). Η λήξη της σύμβασης του χρησιδανείου καθορίζεται, είτε με τη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων είτε από το σκοπό του χρησιδανείου, όπως αυτός συνομολογήθηκε. Εάν το χρησιδάνειο συμφωνήθηκε να είναι ορι­σμένου χρόνου, η σύμβαση λήγει με την πάροδο αυτού, εκτός αν υπάρχει αντίθε­τη συμφωνία και ο χρήστης δικαιούται να αναζητήσει το πράγμα οποτεδήποτε. Εάν το χρησιδάνειο ορίστηκε για αόριστο χρόνο, η σύμβαση λύεται με καταγγελία από τον χρήστη, αρκεί να μην ασκείται το δικαίωμα καταγγελίας άκαιρα και επιζήμια για τον χρησάμενο (άρθρα 200, 288 ΑΚ), ενόψει της ιδιάζουσας φύσης του χρησιδανείου ως σύμβασης φιλαλληλίας, αγαθοσύνης και κοινωνικής ευπρέπειας, εφόσον όμως προβληθούν από τον χρησάμενο οφειλέτη τα πραγματικά περιστατικά που είναι κρίσιμα για την εφαρμογή του κανόνος του 288 ΑΚ (βλ. ΑΠ 130/1994 ΕλλΔνη 36. 1142, ΕφΛαρ 20/2003 ΝοΒ 2003. 1054, ΕφΑθ 10753/1991 ΝοΒ 40. 574). Μετά την κατά τα ανωτέρω λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, εάν ο χρήστης είναι κύριος του πράγμα­τος, μπορεί να το αναζητήσει είτε με την ενοχική αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με διεκδικητική αγωγή στηριζόμενη στο δικαίωμα της κυριότητας. Επί πλέον, ο χρήστης εξακολουθεί να είναι νομέας του πράγματος και κατά τη διάρκεια της παρα­χώρησης της χρήσης, ασκώντας τη νομή διά του χρησαμένου, ο οποίος είναι απλός κάτοχος. Η άρνηση του χρησαμένου να αποδώσει, μετά τη λήξη ή τη λύση της σύμβασης, το πράγμα, δημιουργεί κατάσταση παράνομη και ο χρήστης, εφόσον κατ’ αυτό τον τρόπο προσβάλλεται παράνομα με αποβολή από τη νομή του πράγματος, δικαιούται να ζητήσει την απόδοση της νομής του κατά τα άρθρα 984, 987 ΑΚ (ΜΕφΘεσ 339/2014 Αρμ 2014. 2089, ΕφΛαρ 175/2012 Δικογραφία 2012. 641, ΕφΛαρ 20/2003 ό.π., ΕφΘεσ 1779/1995 ΕλλΔνη 1996. 1440, ΕφΑθ 10753/1991 ό.π., ΠΠρΑθ 1371/2012, ΠΠρΑθ 4494/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΠατρ 470/2015 ΕλλΔνη 2016. 568). Ο τελευταίος εκτός από την απορρέουσα από το χρησιδάνειο αγωγή, τη διεκδικητική αγωγή καθώς και τις περί νομής αγωγές, δικαιούται συντρέχουσας και επείγουσας περίπτωσης και επικειμένου κινδύνου, να ασκήσει και την αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την προς αυτόν απόδοση της νομής και της κατοχής του πράγματος (ΕιρΑμαρ 194/2013 ό.π.).

19 Μαΐου 2026

Παναγιώτης  Σταμ.  Γουνελάς
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο  &
Πτυχ. Οικονομικών Επιστημών Ε.Κ.Π.Α

 

 

- Δημοκρίτου 18  &  Σκουφά   Αθήνα  106 73

- Λεωφ. Βασιλέως Γεωργίου Β' 65-67
Πειραιάς  185 34

Τηλέφωνο επικοινωνίας

210 4170488

email: gounelaslawoffice@gmail.com

 

 

 

 

Copyright © Π.Γουνελάς & Συνεργάτες All Rights Reserved. Designed by EzStore.gr