
Ως προς την παραγραφή των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη ΔΕΗ υποστηρίζονται και οι δύο απόψεις, δηλαδή της βραχυπρόθεσμης (πενταετούς) παραγραφής του άρθρου 250 περ. 1 ΑΚ αλλά και της γενικής διάταξης του άρθρου 249 ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής.
Ι. Η άποψη περί πενταετούς παραγραφής
Ι.1 Σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 1 του ΑΚ σε πέντε έτη παραγράφονται οι αξιώσεις των εμπόρων για εμπορεύματα που χορήγησαν και επομένως και οι αξιώσεις αυτών για καταβολή του τιμήματος από τα πωληθέντα εμπορεύματα (ΕφΑθ 2968/1995, ΕφΠειρ 177, σελ. 1990, Δημοσίευση ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 250, 251 και 253 του ΑΚ επί αξίωσης από ενοχικά δικαιώματα, η αξίωση γεννάται άμα συσταθεί η ενοχική απαίτηση (αφ’ ότου, δηλαδή, ο δικαιούχος δύναται να αξιώσει την παροχή), εφ’ όσον η ενοχή συνίσταται σε θετική πράξη. Κατά, δε, τα άρθρα 251 και 253 του ΑΚ η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 7/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2267/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 898/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 440/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,, ΕφΔυτΜακ 71/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 120/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,, ΕφΔωδ 177/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Ι.2 Από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και 249, 250 επ. και 277 του ΑΚ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η ένσταση πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο άρθρο 250 του ΑΚ αξιώσεων, πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων και το έτος εντός του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 251 του ΑΚ, γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ήτοι το αφετήριο αυτής χρονικό σημείο, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση έναρξης της πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο προαναφερόμενο άρθρο 250 ΑΚ αξιώσεων (ΑΠ 7/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1412/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ,, ΑΠ 204/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1096/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μ. Μαργαρίτη – Ά. Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδοση 2018, άρθρο 262, αρ. 2, 8).
1.3 Πράγματι, ο θεσμός της παραγραφής αποτελεί την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστού να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και γι’ αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξίωσης, όταν αυτός έχει ενεργήσει ότι είναι αναγκαίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κάτι ιδιαίτερο. Δηλαδή, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σ’ αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (ΟλΑΠ 472/1983, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 212/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 553/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Ι.4 Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Με την υπ’ όψη διάταξη προβλέπεται η αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής και στη διάρκεια της αναστολής, ως εξώδικος τρόπος (ο μόνος) διακοπής της παραγραφής. Για το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής, με τον προβλεπόμενο από τη διάταξη, οποιοδήποτε τρόπο αναγνώρισης της αξίωσης, αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο οφειλέτης, βρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του δανειστή, θεωρεί ότι αυτή υπάρχει, ώστε να μην είναι αναγκαία η άσκηση της σχετικής αγωγής. Με την έννοια αυτή, δεν ερευνάται αν η ανωτέρω ενέργεια έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ως εκφράζουσα τη βούληση του οφειλέτη που να κατευθύνεται στην παραγωγή ορισμένου έννομου αποτελέσματος, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση του χρέους (ΑΚ 873). Η κατά τα άνω αναγνώριση πρέπει να γίνει πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής για να επέλθει το διακοπτικό αποτέλεσμα, αλλιώς αν γίνει μετά έχει άλλες συνέπειες και για την εγκυρότητα της απαιτείται έγγραφος τύπος και αποδοχή από το δανειστή (272 παρ. 2 εδ. β΄ ΑΚ). Επέρχεται η διακοπή ακόμα και αν δεν έγινε με σκοπό να αναληφθεί η υποχρέωση (Ίδετε Βαρθρακοκοίλη, αρ. 260 σε ΕρμΑΚ, τόμος Α΄ σελ. 1057 – 1058 παρ. 4 με εκεί παραπομπές).
Ι.5 Στη σύμβαση προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος από τη ΔΕΗ (και κάθε άλλου πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας) και οι δύο αντισυμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο ίδιο το παρεχόμενο ηλεκτρικό ρεύμα ως εμπόρευμα και όχι μέσω αυτού στην πραγματοποίηση ενός αποτελέσματος, και συνεπώς, πρόκειται για σύμβαση πώλησης. Αυτό έχει γίνει δεκτό για τη σύμβαση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος από την παραγωγό επιχείρηση στους καταναλωτές [ιδετε Μ. Μαγγίβα σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, Κατ’ άρθρο Ερμηνεία ΑΚ, άρθρο 513 αρ. 5, Ι. Δεληγιάννη – Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο Ι, 1992 σελ. 104, Βαθρακοκοίλη, ΕΝΟΡΜΑΚ, Τόμος Τ΄, ημίτομος Α, Ειδικό Ενοχικό, άρθρο 513, αρ. 114, ΠΠρΘεσ 24446/1999, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΘηβ 320/2023, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΕιρΗγουμ 16/2019]. Η εκπλήρωση της παροχής από τον καταναλωτή έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση σε ορισμένη (δήλη) ημέρα, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας πληρωμής εκάστου λογαριασμού της Δ.Ε.Η. για την οποία ημερομηνία έγκαιρα ειδοποιείται ο καταναλωτής, με την παρέλευση, δε, της ημερομηνίας αυτής, η απαίτησή της ΔΕΗ καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Επομένως, από την επομένη της σ’ αυτόν αναγραφόμενης ημερομηνίας, που αποτελεί δήλη μέρα κατ' άρθρο 341 ΑΚ, το οφειλόμενο ποσό φέρει τόκο υπερημερίας. Ενώ, τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 4 του Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας « ο Πελάτης υποχρεούται στην εξόφληση κάθε οφειλής προς τον Προμηθευτή, με τον οποίο είχε ή έχει συμβατική σχέση. Ο Προμηθευτής οφείλει να επιδιώξει με κάθε νόμιμο τρόπο την εξόφληση των οφειλών του Πελάτη».
Επομένως, η εκπλήρωση της παροχής του καταναλωτή έχει συμφωνηθεί με τη σύμβαση σε ορισμένη (δήλη) ημέρα, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας πληρωμής εκάστου λογαριασμού της ΔΕΗ και για την οποία έγκαιρα ειδοποιείται ο καταναλωτής, με τη παρέλευση, δε, της ημερομηνίας αυτής καθίσταται υπερήμερος.
Περαιτέρω, η ένδικη αξίωση της Δ.Ε.Η. για την καταβολή του τιμήματος της παρεχόμενης από εκείνη σε εμένα ηλεκτρικής ενέργειας και εκτελέσεως της καταρτισθείσας συμβάσεως παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία αποτελεί σύμβαση πωλήσεως γεννιέται από την προθεσμία λήξης πληρωμής του κάθε λογαριασμού, αφού μέχρι τότε επήλθε το δικαιοπρακτικό γεγονός της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, από το οποίο πηγάζει η ένδικη απαίτηση, ήταν, δε, δυνατή και η δικαστική επιδίωξη της αντίστοιχης απαιτήσεως του τιμήματος, που αναλογούσε στη καταναλισκόμενη εκ μέρους του καταναλωτή ηλεκτρική ενέργεια, εφ’ όσον η ΔΕΗ δεν επικαλείται νομικούς λόγους που την εμπόδιζαν να επιδιώξει δικαστικός το αντίστοιχο τίμημα (ΠΠρΘεσ 24446/1999, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε, οι αξιώσεις της ΔΕΗ είναι περιοδικώς καταβλητέες (επαναλαμβανόμενες παροχές), διαφόρου μεν κάθε φορά ύψους, αλλά σαφώς καθορισμένου εκ των προτέρων περιεχομένου, οι οποίες δεν διατελούν ως προς τη γένεση και ύπαρξή τους υπό αίρεση, αλλά παράγονται διά μόνης της παρόδου του αναγκαίου χρόνου (κατά τη βούληση των συμβαλλομένων ΑΠ 330/1985, ΕφΠατρ 949/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Συνεπώς, Η παραγραφή της αξιώσεως για καταβολή του ληξιπρόθεσμου ποσού της καταναλισκομένης από τον καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας του κάθε έτους και δη, μέχρι 31-12 αυτού αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους , ήτοι από 1ης Ιανουαρίου του επόμενου έτους και μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν πρέπει να παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, αλλιώς η αξίωση της ΔΕΗ έχει υποκύψει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 250 παρ. 1 ΑΚ πενταετή παραγραφή.
ΙΙ. Η άποψη περί 20ετούς παραγραφής
ΙΙ.1 Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 και 4 παρ.1 του Ν. 1468/1950 «περί ιδρύσεως Δημόσιας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού» και του άρθρου 36 παρ.1 του από 28-1-1951 ΒΔ «περί οργανώσεως της Διοικήσεως της ΔΕΗ» που εκδόθηκε κατ’εξουσιοδότηση του παραπάνω Νόμου και κυρώθηκε με το άρθρο 6 του ΑΝ 1672/1951, όπως αυτός κυρώθηκε με το Ν.Δ 2113/1952, η ΔΕΗ αποτελεί δημόσια επιχείρηση που ανήκει στο Δημόσιο, λειτουργεί για χάρη του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαύει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και απολαμβάνει των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το ΠΔ 360/1991 «περί εξόδου της ΔΕΗ από το δημόσιο τομέα» ούτε με τους Ν. 1914/1990 και 1947/1991 (ΟλΑΠ 74/003, ΑΠ 3/2001 Ελλ.Δνη 42,743, ΑΠ 711/99 Ελλ.Δνη 41,450, ΑΠ 1554/1999, ΑΠ 23-24/1999 Ελλ.Δνη 40, 1554,610). Περαιτέρω, οι εν λόγω διατάξεις σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.10 του Ν.2941/2001 εξακολουθούν να ισχύουν και μετά το Ν.2773/1999 με τον οποίο απελευθερώθηκε η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και η άσκηση της δραστηριότητας της ΔΕΗ τελεί υπό την εποπτεία του κράτους και το ΠΔ 333/2000, το οποίο εκδόθηκε κατ’εξουσιοδότηση του άρθρου 43 του νόμου αυτού (2773/1999),και με το οποίο η ΔΕΗ μετατράπηκε σε ΑΕ, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του Κ.Ν 2190/1920 και στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο διατηρεί την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου (51%), εφόσον δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις αυτών (Ν.2773/1999 και ΠΔ 333/2000 και παρ.3 του άρθρου 2 του Ν.2414/96 η οποία ορίζει ότι οι ΔΕΚΟ που μετατρέπονται σε ΑΕ λειτουργούν χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας τους ως εταιρειών που ασκούν δραστηριότητα κοινής ωφέλειας και της τταρ.7 του άρθρου 9 του Ν.2941/2001, στην οποία γίνεται αναφορά για την άσκηση δραστηριοτήτων κοινής ωφέλειας της ΔΕΗ Α.Ε, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ρητά και η προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Η ανωτέρω ρύθμιση δεν αντίκειται στις διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα ανθρώπινα δικαιώματα που κυρώθηκε με το Ν.2462/1999 και δεν καταργήθηκε με το άρθρο 28 του Ν.2579/1998 με το οποίο επιδιώκεται η άρση της αμφισβητήσεως από τις διάσπαρτες διατάξεις και ο συγκεκριμένος προσδιορισμός του περιεχομένου και της εκτάσεως των προνομίων του Δημοσίου και στα ΝΠΔΔ (βλ.Εισηγητική Έκθεση στο άρθρο 28 παρ.4 του ως άνω νόμου). Τα ως άνω προνόμια χορήγησε η πολιτεία για λόγους γενικούς και δημοσίου συμφέροντος που είναι η διευκόλυνση της επιτεύξεως της βασικής σημασίας του σκοπού της ηλεκτροδοτήσεως της χώρας. Ενόψει των ανωτέρω δεν εφαρμόζονται ως προς τη ΔΕΗ οι διατάξεις του Ν.4270/2014 ο οποίος προβλέπει πενταετή παραγραφή των αξιώσεων των ΝΠΔΔ, ενώ εξάλλου με την παρ.3 του άρθρου 136 του προαναφερθέντος Ν.4270/2014 ακόμα και σε ό,τι αφορά στο Δημόσιο, οι απαιτήσεις που απορρέουν από σύμβαση παραγράφονται μετά από εικοσαετία, ούτε όμως και η διάταξη του άρθρου 250 παρ.1 ΑΚ, που αφορά εμπόρους, βιοτέχνες και χειροτέχνες, δηλαδή πρόσωπα με επαγγελματικές ιδιότητες τις οποίες δεν έχουν οι κοινωφελείς οργανισμοί του κράτους στους οποίους περιλαμβάνεται και η ΔΕΗ (Εφ.Λάρ.426/2017 Δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Συνεπώς, ως προς τη ΔΕΗ, που είναι οργανισμός κοινής ωφέλειας, εφαρμόζεται η γενική διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ περί 20ετούς παραγραφής και δεν εφαρμόζονται ούτε οι ουσιαστικές διατάξεις περί παραγραφής του ν.δ 361/1969 που αφορούν στο Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ούτε η διάταξη του άρθρου 250 ΑΚ, που αφορά σε εμπόρους, βιοτέχνες και χειροτέχνες, δηλαδή πρόσωπα με επαγγελματικές ιδιότητες τις οποίες δεν έχουν οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας (ad hoc ΜονΕφΛάρ.426/2017 (ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2017, σελ.778 -784).
11 Νοεμβρίου 2025
Παναγιώτης Σταμ. Γουνελάς
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο &
Πτυχ. Οικονομικών Επιστημών Ε.Κ.Π.Α

