Η επίδοση προς το Δημόσιο γίνεται στον Υπουργό Οικονομικών. Η επίδοση της αγωγής για την ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών είτε στον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε.
Κατά το άρθρο 126 παρ.1 εδ. δ` ΚΠολΔ, η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, ενώ στη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή Οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παράλειψής της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Επιπρόσθετα, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ως άνω διατάγματος, αι προς τον Υπουργόν των Οικονομικών κατά τους κειμένους νόμους επιδόσεις γίνονται εν τω οικήματι εν ω εδρεύει η Διεύθυνσις Νομικών Υπηρεσιών (ήδη Νομικό Συμβούλιο του Κράτους). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 περ. γ` και παρ. 3 περ. α` του ν. 3086/2002 "Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", ``Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ.: α) ...... β) ....... γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων που επιδίδονται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε εγγράφου που αφορά σε υποθέσεις της αρμοδιότητάς του (άρθρο 8 παρ. 1 περ. γ`). ..... Ο Πρόεδρος με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει: α) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο, που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία, να υπογράφει τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφων, δικαστικών αποφάσεων και γενικά εγγράφων προς το Δημόσιο (άρθρο 8 παρ. 3 περ. α`). Από τις ως άνω διατάξεις, που ως ειδικές κατισχύουν αντιθέτων διατάξεων περί επίδοσης του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου γίνεται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν για να υπογράφει τα αποδεικτικά επίδοσης προς το Δημόσιο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, εξ αυτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού (ΑΠ 1309/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 85 παρ.1 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου (ήδη Προϊστάμενος Δ.Ο.Υ.), κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών. Ήδη, όμως, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4389/2016 ορίζεται : " 1. Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) (στο εξής η "Αρχή"), με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της"... "4. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών [...]", στο άρθρο 2 ορίζεται ότι "1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της Υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α` 222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας [...] καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. 2. [...]", στο άρθρο 17 ότι "1. Η Αρχή συγκροτείται από όλες τις οργανικές μονάδες που υπάγονται, κατά την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας της, στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178, διορθ. σφαλμ. Α` 25/24-2-2015) "Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών" [...]. 2. [...]", στο άρθρο 36 ότι "1. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν. Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 περίπτωση α', σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α' 97) και 85 παρ. 1, εδάφιο πρώτο του ν.δ. 356/1974 (Α' 90). Η προβλεπόμενη στο άρθρο 85 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του ν.δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ", [...]", στο άρθρο 41 ότι "1. [...] 2. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής: α) Οι οργανικές μονάδες Κεντρικές, Ειδικές Αποκεντρωμένες και Περιφερειακές, που υπάγονται στη Γ.Γ.Δ.Ε., όπως καθορίζονται στις διατάξεις του π.δ. 111/2014 (Α` 178 και 25) και τα συλλογικά όργανα της Γ.Γ.Δ.Ε. μεταφέρονται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και αποτελούν στο σύνολό τους υπηρεσίες και συλλογικά όργανα της Αρχής. [...]", στο δε άρθρο 43 ότι "Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου [άρθρα 1-43] ισχύουν από 1η Ιανουαρίου 2017, εκτός και αν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις του". Έτσι, η Δ.Ο.Υ. ως περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικής Διοίκησης της Γ.Γ.Δ.Ε. (άρθρα 2 παρ. 2 περ. γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α' 178) αποτελεί ήδη περιφερειακή υπηρεσία της Α.Α.Δ.Ε. και το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, που παρατίθενται παραπάνω, από τον Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. (ΣτΕ 1215/2017). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, ειδικώς, η επίδοση της αγωγής με την οποία διώκεται η ακύρωση, λόγω πλάνης, της πλασματικής αποδοχής της κληρονομίας, η οποία επήλθε στο πρόσωπό του κληρονόμου, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αποποίησης, και η αναγνώριση της εγκυρότητας της γενομένης, εκ των υστέρων, δήλωσης αποποίησης της κληρονομίας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1711, 1846 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856, 1857 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η οριοθέτηση του κληρονομικού δικαιώματος του διάδικου - κληρονόμου και το καταληκτικό της δίκης πόρισμα έχει ως συνέπειες, μεταξύ άλλων, και την απάλειψη της ιδιότητας του οφειλέτη του Δημοσίου από το πρόσωπο του διάδικου ως κληρονόμου, ανεξάρτητα αν ο διάδικος έλαβε γνώση της ιδιότητάς του ως κληρονόμου με αφορμή την είσπραξη της απαίτησης από την αρμόδια ΔΟΥ του Δημοσίου, γίνεται είτε στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρ. 5 του Κώδικα των νόμων περί Δικών του Δημοσίου (Διάταγμα 26.6/10.7.1944) είτε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, άρθρ. 1 παρ. 1 και 4, 17 παρ. 1, 36 παρ. 1. 41 παρ. 1, 43 του ν. 4389/2016, 85 του ν.δ. 356/1974, άρθρα 2 παρ. 2 περ. γ υποπερ. ιι, 69 παρ. 2 περ. Γ, 80 π.δ. 111/2014, Α' 178).
4 Νοεμβρίου 2024
Παναγιώτης Στ. Γουνελάς
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο &
Πτυχ. Οικονομικών Επιστημών Ε.Κ.Π.Α

