Προϋποθέσεις της αξίωσης για συμμετοχή στα αποκτήματα σε περίπτωση ελεύθερης συμβίωσης (χωρίς τέλεση γάμου ή συμφώνου συμβίωσης) - Ν. 4356/2015 (άρθρο 5) - Εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού
Από τη διάταξη του άρθρου 1400 του ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην προστασία του συζύγου με τη μικρότερη αύξηση της περιουσίας, δηλαδή κατά κανόνα του οικονομικά ασθενέστερου, και περιέχει ως εκ τούτου κανόνα αναγκαστικού δικαίου, συνάγεται ότι η εφαρμογή της προϋποθέτει τέλεση γάμου και άρα στο ρυθμιστικό της πεδίο εμπίπτει μόνο η αξίωση του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, όπως γινόταν παλαιότερα δεκτό, ήδη όμως η διάταξη αυτή έχει τροποποιηθεί με το Ν. 4356/2015 (άρθρο 5), οπότε η διάταξη του άρθρου 1400 του ΑΚ εφαρμόζεται αναλογικά και σε περίπτωση συμφώνου συμβίωσης.
Βάσει του άρθρου 6 του ίδιου νόμου «Στην περίπτωση ελεύθερης συμβίωσης χωρίς σύμφωνο, η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί μετά την έναρξη της συμβίωσης (αποκτήματα) κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς δίκες». Συγκεκριμένα, είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν σε συγκεκριμένη περίπτωση ελεύθερης συμβίωσης συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 του ΑΚ, απαιτείται να επήλθε ο πλουτισμός χωρίς νόμιμη αιτία, δηλαδή να είναι αδικαιολόγητος. Κρίσιμο, δηλαδή, στοιχείο είναι η μη νόμιμη αιτία του πλουτισμού. Αιτία, ειδικότερα, είναι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης, η αποτυχία δε του σκοπού αυτού επιφέρει την έλλειψη της αιτίας. Το άρθρο 904 του ΑΚ δεν λύνει από μόνο του το ζήτημα πότε υπάρχει ή δεν υπάρχει νόμιμη αιτία. Απόκειται στον εφαρμοστή του δικαίου να το καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές διατάξεις του νόμου, στις οποίες σιωπηρά παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το σκοπό του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συγκεκριμένα, στην εξώγαμη συμβίωση, για να γίνει δεκτή η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πρέπει να αναφέρεται και να αποδεικνύεται όχι μόνο η ύπαρξη κοινωνίας βίου, αλλά και η ανταποδοτική βάση των εκατέρωθεν συμβολών, ότι δηλαδή εξ αφορμής αυτής δημιουργήθηκε σύνδεσμος εμπιστοσύνης με ειδικότερο περιεχόμενο την προσφορά υπηρεσιών ή παροχών από τον ενάγοντα σύντροφο στον άλλο και υπό την προϋπόθεση συγκεκριμένου περιουσιακού ανταλλάγματος ή μελλοντικού γάμου και ότι λόγω περάτωσης του συνδέσμου εμπιστοσύνης, ήτοι λύσης της συμβίωσης, είτε αυθαίρετα εκ μέρους του εναγόμενου, είτε λόγω θανάτου, γεννήθηκε η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, είτε για αιτία λήξασα, όταν ο σύνδεσμος εμπιστοσύνης είχε στηριχθεί στη μονιμότητά της, είτε για αιτία μη επακολουθήσασα, όταν οι παροχές δίνονταν με την πεποίθηση μελλοντικού οικονομικού ανταλλάγματος (ΑΠ 1751/2014 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1926/2013 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 874/2008 ΧρΙΔ 2009. 139, ΕφΔωδ 103/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 48/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 54/2007 Αρμ 2008.226, ΜονΕφΘεσ 314/2019 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΘεσ 2288/2018 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΔυτΜακ 100/2015 ΝΟΜΟΣ).
Παναγιώτης Στ. Γουνελάς
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο &
Πτυχ. Οικονομικών Επιστημών Ε.Κ.Π.Α

