Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies και παρόμοιες τεχνολογίες.

Εάν δεν αλλάξετε τις ρυθμίσεις του προγράμματος περιήγησης, συμφωνείτε με αυτό. Ενημερωθείτε

Συμφωνώ

Προσβολή της Προσωπικότητας Φ.Π. ή της Φήμης Ν.Π.

Προσβολή της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης Νομικού Προσώπου - Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης -

Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι, σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος, μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή της φήμης. Επί προσβολής της προσωπικότητας για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκεί δε κάθε είδους υπαιτιότητα, από δόλο ή από αμέλεια (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 419/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 97/2018 Δημ. Νόμος). Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση, που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Τα έννομα αγαθά, που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και υπόληψη, η κοινωνική αξία δηλαδή κάθε ανθρώπου, αντικατοπτριζόμενες στην αντίληψη και την εκτίμηση, που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου κ.ά.), δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι, ώστε, η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα (ΑΠ 97/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 920/2018 ό.π., ΑΠ 1354/2015 Δημ. Νόμος). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη (πρβλ. Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 220/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1056/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 207/2017 Δημ. Νόμος). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 57, 59, 480-482, 914, 926 και 932 Α.Κ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση παράνομης από πρόθεση προσβολής της προσωπικότητας, αν η προσβολή επήλθε με περισσότερες πράξεις ενός ή περισσότερων προσώπων, οι οποίες, όμως, ενόψει των περιστάσεων, εμφανίζουν ενότητα, δηλαδή, πρόκειται για το αυτό βιοτικό συμβάν, οφείλεται, ως χρηματική ικανοποίηση του παθόντος, μια παροχή και, επομένως, ενιαίο ποσό, το οποίο αυτός μπορεί, κατ` επιλογήν του, να ζητήσει με αγωγή διαιρετώς ή εις ολόκληρον από τον καθένα από τους αντιδίκους του, αφού τότε είναι, αντίστοιχα, ενιαία και η βλάβη, που αυτός υπέστη, και την οποία αποσκοπεί να καλύψει η χρηματική ικανοποίησή του στο πλαίσιο ενός και του αυτού συμφέροντός του. Στην περίπτωση αυτή, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, που θα επιδικασθεί, θα ληφθεί ασφαλώς υπόψη και ο εξακολουθητικός χαρακτήρας της γενομένης προσβολής, έτσι ώστε η χρηματική ικανοποίηση να ανταποκρίνεται στην ένταση και στην απαξία της προσβολής (ΑΠ 1854/2017 Δημ. Νόμος, ΑΠ 2027/2014 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1805/2014 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1095/2009 Δημ. Νόμος, ΑΠ 518/2008 Δημ. Νόμος). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 926 Α.Κ., αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν από την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία. Ως ζημία νοείται τόσο η περιουσιακή όσο και η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που προξενήθηκε από την αδικοπραξία, για τις οποίες οφείλεται χρηματική ικανοποίηση κατ` άρθρο 932 Α.Κ., και για την πληρωμή της οποίας ευθύνονται όλοι οι υπαίτιοι εις ολόκληρον. Με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 926 Α.Κ., η οποία αναφέρεται στην περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων υπόχρεων, καθιερώνεται η εις ολόκληρον ευθύνη περισσοτέρων προσώπων είτε επειδή η ζημία προκλήθηκε από κοινή πράξη αυτών, είτε επειδή τα περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται κατά το νόμο το καθένα αυτοτελώς για την αποκατάσταση της ζημίας, αντικειμενικά ή υποκειμενικά, είτε, στην περίπτωση της σωρευτικής ή διαζευκτικής αιτιότητας, ήτοι, όταν η ζημία προήλθε από αυτοτελείς και διακεκριμένες ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) περισσοτέρων προσώπων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, που η καθεμία από αυτές από μόνη της, συνιστά αιτιώδη όρο επαγωγής της ζημίας, με την έννοια της προσφορότητας να προκαλέσει, αυτή καθ` εαυτή, ολόκληρη τη ζημία, χωρίς ωστόσο, να είναι εφικτή ή εξακρίβωση ποιος αληθινά είναι ο πρόξενος της ζημίας ή ποιο το ποσοστό συμβολής του κάθε δράστη στο επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΑΠ 1354/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 96/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1694/2017 Δημ. Νόμος). Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξεως ή την επαγωγή της ζημίας, αδιαφόρως από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτοχρόνως, παραλλήλως ή διαδοχικώς. Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών, κατ’ άρθρο 927 Α.Κ. (ΑΠ 1206/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1170/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 96/2018 ό.π., ΑΠ 1694/2017 ό.π., ΑΠ 345/2017, ΑΠ 299/2007), και γι` αυτό δεν συνιστά αναγκαίο στοιχείο της αγωγής (ΑΠ 59/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014). Στην ανωτέρω περίπτωση η παθητική εις ολόκληρον ενοχή στηρίζεται στο νόμο και οι περισσότεροι οφειλέτες ευθύνονται σε εκπλήρωση της ίδιας παροχής. Υπάρχει δηλαδή ταυτότητα παροχής, που δεν προϋποθέτει αναγκαστικά ταυτότητα του νομικού και πραγματικού λόγου γενέσεως αυτής και ως εκ τούτου η υποχρέωση ή κοινή ευθύνη των συνοφειλετών μπορεί να πηγάζει από διαφορετική αιτία και να γεννήθηκε σε διαφορετικό χρόνο. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται όχι μόνο όταν περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται για αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., αλλά και όταν όλα ή μερικά από αυτά ευθύνονται αντικειμενικά και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν η αντικειμενική ευθύνη ρυθμίζεται στον Α.Κ. ή σε ειδικούς νόμους. Ο δανειστής έχει το δικαίωμα επιλογής του συνοφειλέτη από τον οποίο θα απαιτήσει την παροχή. Εφόσον ασκήσει το δικαίωμα αυτό, εάν ικανοποιηθεί πλήρως από το συνοφειλέτη κατά του οποίου έχει στραφεί, το δικαίωμα αναλίσκεται, αφού μόνο μία φορά μπορεί να αξιώσει την εκπλήρωση της παροχής και δεν μπορεί αυτός να αξιώσει εκ νέου την παροχή ή μέρος της από τους λοιπούς συνοφειλέτες. Εάν, όμως, η παροχή εκπληρωθεί κατά ένα μόνο μέρος, η οφειλή εξακολουθεί να υπάρχει για το ανεκπλήρωτο τμήμα της εις ολόκληρον μεταξύ των οφειλετών. Συνεπώς ο δικαιούχος έχει το δικαίωμα να εναγάγει ή όλους τους υπαίτιους ταυτόχρονα, ή διαδοχικά, απαιτώντας από καθένα τους ολόκληρη τη χρηματική ικανοποίηση (ΑΠ 1354/2019 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1170/2019 ό.π., ΑΠ 1694/2017 ό.π.). Στην περίπτωση δε, κατά την οποία ενάγονται δύο ή περισσότεροι, ως υπεύθυνοι για τη ζημία που προξένησαν από κοινού σε τρίτον, αντικεί­μενο της δίκης είναι μόνον η αξίωση του τρίτου προς αποζημίωση και όχι η εξ αναγωγής ευθύνη του ενός συνυπαιτίου προς τον άλλο. Ως εκ τούτου, στη δίκη αυτή οι εναγόμενοι (οι από κοινού υπαίτιοι) δεν μπορούν να αντιδικήσουν μεταξύ τους ούτε ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους και η απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο μεταξύ των ομοδίκων, ενόψει και του ότι η τυχόν εξέταση του επιμερισμού της υπαιτιότητας στην κατ’ έφεση δίκη δε θα δημιουργούσε δεδικασμένο για τις εσωτερικές σχέσεις, που θα ανακύψουν στη δίκη της αναγω­γής (άρθρο 927 Α.Κ.), αφού δεν είναι αναγκαία για τη στή­ριξη του διατακτικού (ΚΠολΔ 331) (βλ. σχετ. ΑΠ 102/2019 Δημ. Νόμος, ΕφΠατρ 21/2019 Δημ. Νόμος, ΕφΛαρ 36/2013 Δημ. Νόμος, ΕφΠατρ 39/2011 Δημ. Νόμος, ΕφΔωδ 245/2006 Δημ. Νόμος, Εφ.ΑΘ 8251/99 δημ. Νόμος, Κονδύλη «Το Δεδικασμένο» § 26 σελ. 307, 308, Κρητικού «Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα» § 2568 επ.). Ούτε και η κρίση για την ύπαρξη ή μη ευθύνης ενός ή όλων των εις ολόκληρον ευθυνομέ­νων για αποζημίωση δημιουργεί μεταξύ τους δεδικασμένο, γιατί αυτό προϋποθέ­τει κατ’ αντιδικία διάγνωση και δεν ισχύει μεταξύ των ομοδίκων (βλ. ΕφΠατρ 21/2019 Δημ. Νόμος, ΕφΠατρ 39/2011 ό.π., ΕφΔωδ 245/2006 ό.π.). Κατά συνέπεια, εφόσον για έκαστο των συνυπαιτίων και εις ολόκληρον ευθυνομένων προσώπων προσδιοριστεί η οφειλόμενη χρηματική ικανοποίηση, ενιαία ή διαδοχικά, στο αυτό χρηματικό ποσό, υπάρχει πλήρης ταυτότητα παροχής και ο δικαιούχος μπορεί να αξιώσει ολόκληρο το ποσό αυτό από οποιονδήποτε υπόχρεο, ενώ σε περίπτωση που καθοριστεί, ενιαία ή διαδοχικά, ως χρηματική ικανοποίηση διαφορετικό ποσό για έκαστο υπόχρεο, εις ολόκληρον οφειλή υφίσταται μόνο στο βαθμό που οι υποχρεώσεις αλληλοκαλύπτονται, ήτοι μόνο κατά το ποσό που ευθύνονται όλοι οι υπόχρεοι (ΑΠ 1170/2019 ό.π.). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 480 και 481 του Α.Κ, σύμφωνα με τις οποίες, εφ’ όσον περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή, όπως είναι η χρηματική, και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 926 Α.Κ., ούτε υπάρχει συμφωνία για ενοχή σε ολόκληρο (άρθρο 481 ΑΚ), έχει εφαρμογή ο από το άρθρο 480 του ιδίου Κώδικα καθιερούμενος κανόνας, από τον οποίο συνάγεται ότι, όταν ενάγονται ορισμένοι από τους περισσοτέρους συνοφειλέτες προς εκπλήρωση, χωρίς να συντρέχει νόμιμη περίπτωση οφειλής σε ολόκληρο (από το νόμο ή από σύμβαση), τότε η καταψήφιση των εναγομένων περιορίζεται στο μέρος που αναλογεί στο πρόσωπο εκάστου, σε σχέση με τους λοιπούς συνοφειλέτες. Στην περίπτωση αυτή δεν πάσχει έλλειμμα η αγωγή, επαγόμενο αοριστία του δικογράφου της (άρθρο 216 ΚΠολΔ), αν δεν προσδιορίζεται το ποσοστό (μερίδιο) της υποχρεώσεως κάθε οφειλέτη, αφού το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν διατυπώνεται επικουρική αίτηση για σύμμετρη ή ανάλογη, προκύπτουσα εκ της σχέσεως, καταδίκη εκάστου των εναγομένων, δεχόμενο την αγωγή θα υποχρεώσει καθένα των εναγομένων σε ίση ή ανάλογη, προκύπτουσα εκ της μεταξύ των διαδίκων σχέσεως, προς τον νικώντα ενάγοντα καταβολή (ΑΠ 721/2017 Δημ. Νόμος). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 118 εδ. 4, 216 παρ. 1 και 335 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, καθώς και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1366/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 101/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, συντρέχει αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο κανόνας αυτός προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή (ΑΠ 419/2018 ό.π., ΑΠ 101/2018 ό.π., ΑΠ 1424/2017 Δημ. Νόμος). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 419/2018 ό.π.).

Παναγιώτης  Στ.  Γουνελάς
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο  &
Πτυχ. Οικονομικών Επιστημών Ε.Κ.Π.Α

 

- Δημοκρίτου 18  &  Σκουφά   Αθήνα  106 73

- Λεωφ. Βασιλέως Γεωργίου Β' 65-67
Πειραιάς  185 34

Τηλέφωνο επικοινωνίας

210 4170488

email: gounelaslawoffice@gmail.com

 

 

 

 

Copyright © Π.Γουνελάς & Συνεργάτες All Rights Reserved. Designed by EzStore.gr