Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies και παρόμοιες τεχνολογίες.

Εάν δεν αλλάξετε τις ρυθμίσεις του προγράμματος περιήγησης, συμφωνείτε με αυτό. Ενημερωθείτε

Συμφωνώ

Μεταρρύθμιση οικογενειακού δικαίου

Μεταρρύθμιση οικογενειακού δικαίου - Σχέσεις γονέων και τέκνων - Γονική Μέριμνα - Άσκηση της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων.

Ι.1         Με τον Ν. 4800/2021 (ΦΕΚ Α 81/21.5.2021) περί «Μεταρρυθμίσεων αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις» και δη, με τα Κεφάλαια Β και Γ αυτού αντικαθίστανται ή τροποποιούνται σειρά διατάξεων του ενδέκατου Κεφαλαίου του Αστικού Κώδικα για τις σχέσεις γονέων και τέκνων και ιδίως για τα θέματα της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων (άρθρα 1510-1541 του Αστικού Κώδικα), ως ίσχυαν ιδίως μετά τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, η οποία συντελέσθηκε με τον Ν. 1329/1983 και εναρμόνισε τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς το άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος για την ισότητα των φύλων και προς το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία της παιδικής ηλικίας. Η ισχύς του άνω νόμου, ως προς τα ανωτέρω Κεφάλαια, αρχίζει από τις 16.09.2021 (ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’ άρθρο 30), ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 18 (ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’) τα Κεφάλαια Β και Γ εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου, αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ενώ συμφωνίες των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, ή την επικοινωνία με το τέκνο που έχουν καταρτιστεί μέχρι την έναρξη ισχύος των Κεφαλαίων Β και Γ ισχύουν, εκτός αν το Δικαστήριο προβεί σε διαφορετική ρύθμιση, ύστερα από αίτηση ενός εκ των γονέων, η οποία υποβάλλεται εντός προθεσμίας δύο (2) ετών από την έναρξη ισχύος του νόμου. Το Κεφάλαιο A, υπό τον τίτλο «Σκοπός και Αντικείμενο», ορίζει ότι: «Ο παρών νόμος αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου διά της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων κατά την ανατροφή του και την εκπλήρωση της ευθύνης τους έναντι αυτού. Οι διατάξεις του ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, που δεσμεύουν τη Χώρα, ιδίως με τη Διεθνή Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, που κυρώθηκε με τον ν. 2101/1992 (Α’ 192) και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης), που κυρώθηκε με τον ν. 4531/2018 (Α’ 62).».

Ι.2          Από τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 και 1520 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν ή τροποποιήθηκαν με τον άνω νόμο, συνάγεται ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον, δε, και τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Στην περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς, ωστόσο οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Με την εν λόγω ρύθμιση, η οποία βρίσκεται σε αρμονία με τη διάταξη του άρθρου 1510 εδ. α’ του ΑΚ που αναφέρεται στην έγγαμη συμβίωση, καθιερώνεται εκ του νόμου η κοινή άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, ακόμα και αν δεν υπάρχει συμφωνία των γονέων ή δικαστική απόφαση. Με τη νέα ρύθμιση της ΑΚ 1513, η συνέχιση της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας μπορεί να αποκλειστεί μόνο με συμφωνία των γονέων ή με απόφαση του Δικαστηρίου στο οποίο μπορεί να προσφύγει ο κάθε γονέας, εφ’ όσον, όμως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1514 παρ. 2 του ΑΚ και όχι σε κάθε περίπτωση. Με την έννοια αυτή, η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας σύμφωνα με το νέο δίκαιο είναι υποχρεωτική, αφού ισχύει εκ του νόμου και ανεξάρτητα από το εάν τη θέλουν οι γονείς. Με τον όρο «εξακολουθούν» καταφάσκεται η αναγκαιότητα αδιατάραχτης και αδιάκοπης διαβίωσης του ανηλίκου υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες ζούσε πριν από το χωρισμό των γονέων του και ιδίως, αυτές που αφορούν τις μεθόδους και τη φιλοσοφία ανατροφής, διαπαιδαγώγησης, εκπαίδευσής του, τις επιλογές ως προς τις εξωσχολικές του δραστηριότητες, την ψυχαγωγία του και τις κοινωνικές του συναναστροφές, αφού η διάσταση, το διαζύγιο, η διακοπή της συμβίωσης ή η ακύρωση του γάμου των γονέων, δεν πρέπει να μεταβάλλουν τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου, η οποία πρέπει να ασκείται από κοινού και από τους δύο γονείς, καθ’ όσον βασικός σκοπός είναι η ψυχική υγεία του ανηλίκου τέκνου, η ομαλή ένταξή του στο κοινωνικό περιβάλλον και η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Με τον όρο «εξίσου» αποδίδεται η θεμελιώδης αρχή του οικογενειακού δικαίου, η οποία εισήχθη με τον Ν. 1329/1983 και εναρμόνισε, στο θέμα αυτό, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς τα άρθρα 4 παρ. 2 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, περί της ισότιμης συμβολής και των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου και την ανάπτυξη της προσωπικότητας, η οποία είναι κοινωνικά ίσης αξίας και εξίσου σπουδαία. Για τη λήψη της απόφασής του το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για την άσκηση της γονικής μέριμνας.

Με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 1514 του ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων, η ρύθμιση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων γίνεται από το Δικαστήριο, ενώ ως περιπτώσεις διαφωνίας αναφέρονται ενδεικτικά («ιδίως»), οι περιπτώσεις που ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει στη γονική μέριμνα ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησής της, ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου, ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αρκεί, απλώς, η διαφωνία των γονέων, για να απονείμει ο δικαστής, κατά το υποκειμενικό περί δικαίου αίσθημα ή κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν μέχρι σήμερα στη νομολογία, την αποκλειστική επιμέλεια του παιδιού στον έναν γονέα.

Πιο συγκεκριμένα, αν δεν συντρέξει σπουδαίος λόγος, που εγκυμονεί κινδύνους για το παιδί (περίπτωση κακοποιητικού, ψυχικά διαταραγμένου ή παντελώς αδιάφορου γονέα), δε νοείται ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας στον άλλον γονέα ή έστω κατανομή της επιμέλειας, που μόνο κατ’ επίφαση θα επέτρεπε την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του παιδιού, όπως λ.χ. με την ανάθεση στον έναν γονέα μόνο των ζητημάτων υγείας του παιδιού, διότι, διαφορετικά, ο δικαστής θα υπερέβαινε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και θα ερμήνευε ή/και θα εφήρμοζε εσφαλμένα το άρθρο 1514 του ΑΚ (ιδετε Βαλτουδη, Συνεπιμέλεια και εναλλασσόμενη κατοικία στο νέο οικογενειακό δίκαιο, ΕλλΔνη 4, 2021, σελ. 999 και ενδεικτικώς, ΜονΠρωτΤριπ 121/2022, ΜονΠρωτΘεσ 915/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Επιπροσθέτως, η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των γονέων ή οι όποιες συγκρούσεις μεταξύ τους ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΜΠΟΔΙΣΟΥΝ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ που ο Ν. 4800/2021 προωθεί, όπως και οι λοιπές ευρωπαϊκές νομοθεσίες, θέτοντας ως γνώμονα και μοναδικό περιορισμό το συμφέρον του παιδιού (ιδετε Βαλμαντώνη, Εφέτη, Συνεπιμέλεια και βέλτιστο συμφέρον του τέκνου υπό το φως του Ν. 4800/2021, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2022, σελ. 44 επ.). Για την μη επιλογή της από κοινού άσκησης της επιμέλειας απαιτείται να συντρέχει μια βαριά και μόνιμη ρήξη της σχέσης των γονέων που προκαλεί συγκεκριμένη ζημία στο τέκνο (ιδετε Κιτσάκη, «Συνεπιμέλεια» και συμφέρον του τέκνου. Ειδικά τα όρια της κοινής άσκησης της επιμέλειας. Σκέψεις με αφορμή πρόσφατη νομολογία και της μεταρρύθμιση του δικαίου της γονικής μέριμνας, ΕφΑΔΠολΔ 2021, σελ. 14-15, με επίκληση της νομολογίας του Γερμανικού Αναθεωρητικού. Σύμφωνη και η ιταλική και η ισπανική νομολογία). Για τον αποκλεισμό της από κοινού άσκησης της επιμέλειας είναι αναγκαία η ύπαρξη σοβαρών και αποδεδειγμένων εμποδίων, λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι μια αναγκαστική συνεπιμέλεια μπορεί να μετατραπεί σε τραύμα (vulnus) για το ανήλικο (ιδετε Βαλμαντώνη, ό.π., σελ. 44 επ.).

Τέλος, με βάση τον νέο Ν. 4800/2021, η μακρινή απόσταση μεταξύ των γονέων δεν συνιστά εμπόδιο για την εφαρμογή της συνεπιμέλειας. Η έλλειψη γειτνίασης μπορεί να επηρεάσει μόνο τη ρύθμιση επικοινωνίας του γονέα με το παιδί, όχι, όμως τη λήψη κοινών αποφάσεων. Στη σημερινή εποχή, η συνεπιμέλεια διευκολύνεται από τα μέσα επικοινωνίας που εξαφανίζουν ή μειώνουν στο ελάχιστο τις γεωγραφικές αποστάσεις (ιδετε Βαλμαντώνη, Εφέτη, Συνεπιμέλεια και βέλτιστο συμφέρον του τέκνου υπό το φως του Ν. 4800/2021, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη 2022, σελ. 43).

ΠΙΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ:

I.3          Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1526, 1518, 1519 του ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 7, 5, 6, 8 και 10 Ν. 4800/2021 (ΦΕΚ A’ 81), τα οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 30 του αυτού νόμου, ισχύουν από τις 16.09.2021, και εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω Νόμου, αμετάκλητη δικαστική απόφαση, η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, την ασκούν από κοινού και εξίσου και περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση, δικαιοπραξία ή δίκη που αφορούν το πρόσωπο ή τη περιουσία του, πρόκειται, δε, για δικαιώματα προσωποπαγή (αναπαλλοτρίωτα), που, όμως, την άσκησή τους, είναι δυνατόν να τη στερηθεί (ολικά ή μερικά) ο γονέας με δικαστική απόφαση. Η, δε, επιμέλεια του τέκνου, σύμφωνα με το άρθρο 1518 παρ. 1 του ΑΚ, περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, την μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του. Ο καθένας, δε, από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας, όταν πρόκειται για συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου ή για την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του ή για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα, καθώς και όταν πρόκειται για τη λήψη δήλωσης της βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο (άρθρο 1516 παρ. 1 του ΑΚ). Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, ενώ οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, εφ’ όσον βέβαια είναι και οι δύο φορείς της (άρθρο 1513 εδ. α’ του ΑΚ), εκτός από τις συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου ή την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του ή πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα (άρθρα 1513 εδ. β’ και 1516 εδ. α’ του ΑΚ), τις οποίες ασκεί ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο κατόπιν (άτυπης) ενημέρωσης του άλλου γονέα (βλ. σχετ. Κ. Φουντεδάκη, Το δίκαιο των σχέσεων γονέων και παιδιών - Οι αλλαγές που επέφερε στον ΑΚ ο Ν. 4800/2021, Νομική Βιβλιοθήκη 2021, σελ. 32 επ., Γ. Λέκκα, Η επιμέλεια του παιδιού κατά τον ΑΚ μετά το ν. 4800/2021, Εκδόσεις Σάκκουλα 2021, σελ. 163 επ., Βαλτούδη, Συνεπιμέλεια και εναλλασσόμενη κατοικία στο νέο Οικογενειακό Δίκαιο, ΕλλΔνη 2021, σελ. 999 επ., Μ. Ράμμου, Η καθιέρωση του θεσμού της συνεπιμέλειας, ΕλλΔνη 2021, σελ. 1115, Μ. Σταθόπουλο, Η νέα ρύθμιση της συνεπιμέλειας, ΕλλΔνη 2021, σελ. 961, Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Οικογενειακό Δίκαιο ΙΙ, 8η έκδ., Εκδόσεις Σάκκουλα 2021, σελ. 279 επ.).

Συνακόλουθα, το νέο άρθρο 1513 του ΑΚ αποκλίνει από το προϊσχύον δίκαιο, εισάγοντας, κατά το πρότυπο άλλων σύγχρονων νομοθεσιών, τον κανόνα ότι η γονική μέριμνα μετά τον χωρισμό των γονέων, συνεχίζει να συνασκείται από τους γονείς, όπως συμβαίνει και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ή του συμφώνου συμβίωσης των γονέων (βλ. σχετ. Γ. Λέκκα, Η επιμέλεια του παιδιού κατά τον Αστικό Κώδικα μετά τον ν. 4800/2021, Εκδόσεις Σάκκουλα 2021, σελ. 166 επ.). Καθιερώνεται, δηλαδή, η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας μετά τον χωρισμό των γονέων ως νόμιμο σύστημα, όπως συμβαίνει κατά τη διάρκεια του γάμου, ώστε να μην είναι υποχρεωμένοι πλέον οι γονείς να καταφύγουν στο δικαστήριο προκειμένου να ρυθμίσουν την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας (βλ. σχετ. Α. Κοτζάμπαση, Αναγκαίες αλλαγές στο δίκαιο των σχέσεων γονέων και τέκνων μετά το διαζύγιο και παρατηρήσεις επί του ΣχΝ του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ΕφΑΔΠολΔ 2021, σελ. 389). Το σύστημα αυτό είναι υποχρεωτικό, με την έννοια ότι εφαρμόζεται αυτομάτως και εκ του νόμου, ακόμη και όταν δεν συμφωνεί ο ένας γονέας (βλ. σχετ. Κ. Φουντεδάκη, ό.π., σελ. 33-34, 106). Παρέχεται, δε, η δυνατότητα στους γονείς να ρυθμίσουν με συμφωνία τους τον τρόπο της άσκησης της γονικής μέριμνας κατά τη διάσταση και μετά το διαζύγιο. Οι συμφωνίες αυτές των γονέων στο πλαίσιο της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας, που λαμβάνουν μορφή επί μέρους καθημερινών συμφωνιών, αλλά και συμφωνιών με πιο μόνιμο χαρακτήρα και διασφαλίζουν τη σημαντική για το παιδί καθημερινή ρουτίνα και σταθερότητα, έχουν έρεισμα τη διάταξη του άρθρου 1512 του ΑΚ, δεν συνιστούν παρέκκλιση από την κοινή άσκηση της γονικής μέριμνας αντιθέτως την προϋποθέτουν, είναι άτυπες και μπορούν να συναφθούν ακόμα και σιωπηρά (π.χ. με την τήρηση κάποια πρακτικής από τους γονείς ή από τον έναν στην οποία δεν αντιτίθεται ο άλλος), με εξαίρεση τη συμφωνία των γονέων για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του παιδιού που κατά το άρθρο 1519 παρ. 2 του ΑΚ υπόκειται σε έγγραφο τύπο, ο οποίος κατά μείζονα λόγο (a fortiori) απαιτείται και για την αρχική συμφωνία για τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του παιδιού λόγω της σπουδαιότητας της για τις συνθήκες διαβίωσης του παιδιού και των έννομων συνεπειών που έχει για την έννομη σχέση του παιδιού (βλ. σχετ. Γ. Λέκκα, ό.π., σελ. 178 επ.). Ωστόσο, υπό το νέο νομικό καθεστώς, αν οι γονείς συμφωνούν να παρεκκλίνουν από τον κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας (άρθρο 1513 ΑΚ), δεν προσφεύγουν πια στο δικαστήριο, όπως χρειαζόταν υπό το προηγούμενο δίκαιο, αλλά μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα, σύμφωνα με το άρθρο 1514 παρ. 1 εδ. α του ΑΚ (βλ. σχετ. Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 317 επ.).

Η καθιέρωση της από κοινού άσκησης της επιμέλειας από τους γονείς μετά τον χωρισμό τους ανέδειξε την χρησιμότητα της διάταξης του άρθρου 1512 του ΑΚ, η αναμόρφωση του οποίου (με τον Ν. 4800/2021) έγινε προς δύο κατευθύνσεις: ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 1511 παρ. 1  του ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι «Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου», αλλά και το άρθρο 3 παρ. 1 της Σύμβασης ΟΗΕ, καθιερώνει προληπτικά, την υποχρέωση συνεργασίας των συζύγων, ιδίως μετά τον χωρισμό τους, η οποία πρέπει να υλοποιείται στην πράξη μέσω της εξεύρεσης κοινά αποδεκτών λύσεων από τους γονείς, αναφορικά με την συνάσκηση της γονικής μέριμνας, οι οποίες πρέπει να προάγουν το συμφέρον του παιδιού, η καθιέρωση, δε, της υποχρέωσης συνεργασίας των συζύγων, λειτουργεί και κατασταλτικά με την έννοια ότι καθιερώνει την υποχρέωση κάθε γονέα να προάγει τη συνεργασία με τον άλλο προς το συμφέρον του τέκνου, γεγονός που αφορά όχι μόνο την από κοινού λήψη αποφάσεων που προάγουν το συμφέρον του παιδιού, αλλά και τη σύμπραξη για την εκτέλεση των αποφάσεων αυτών (ιδέτε Λέκκα, ό.π., σελ. 172-173).

Ι.4             Με τον όρο «εξίσου» αποδίδεται η θεμελιώδης αρχή του οικογενειακού δικαίου, η οποία εισήχθη με τον Ν. 1329/1983 και εναρμόνισε, στο θέμα αυτό, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς τα άρθρα 4 παρ. 2 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, περί της ισότιμης συμβολής και των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, η οποία είναι κοινωνικά ίσης αξίας και εξίσου σπουδαία. Αντιθέτως, με τον όρο «εξίσου», δεν εισάγεται ρύθμιση περί υποχρεωτικής ισόχρονης άσκησης της γονικής μέριμνας, αφού, παρ’ εκτός του ότι, αν αυτή ήταν η βούληση του νομοθέτη θα το είχε προβλέψει ρητά, στις περιπτώσεις διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, η ερμηνεία αυτή θα οδηγούσε στην υποχρεωτική ίση χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας με επακόλουθο την εναλλασσόμενη κατοικία του ανηλίκου τέκνου, η οποία ενίοτε μπορεί να αποβεί σε βάρος της ψυχοσυναισθηματικής ισορροπίας του (βλ. ΑΠ 1016/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε, το αρχικό νομοσχέδιο της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής προέβλεπε ρητή διάταξη για την εναλλασσόμενη κατοικία [Άρθρο 4: Όταν οι συνθήκες ζωής των γονέων και του τέκνου το επιτρέπουν και εφόσον αυτό είναι προς το συμφέρον του τέκνου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την εναλλασσόμενη διαμονή του τέκνου], η οποία, ωστόσο, δεν περιλήφθηκε στον Ν. 4800/2021. Επιχείρημα, υπέρ αυτής της ερμηνευτικής εκδοχής, δηλαδή της μη εισαγωγής υποχρεωτικής ίσης χρονικής κατανομής της γονικής μέριμνας και άρα, εναλλασσόμενης κατοικίας του ανηλίκου τέκνου, αντλείται και από την διάταξη του άρθρου 1520 του ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο «κατά το δυνατόν, ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται, τόσο η φυσική παρουσία και επαφή αυτού με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του (...), ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου επικοινωνίας (...)» και παρέχεται η δυνατότητα καθορισμού μικρότερου ή μεγαλύτερου χρόνου. Και τούτο, διότι, στην περίπτωση της υποχρεωτικής ίσης χρονικής κατανομής της γονικής μέριμνας και άρα, εναλλασσόμενης κατοικίας του ανηλίκου τέκνου, η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1520 του ΑΚ καθίσταται αλυσιτελής, αφού ο σκοπός της που κατατείνει στην αποφυγή συναισθηματικής και ψυχικής αποξένωσης του τέκνου από τον γονέα και της ανισορροπίας στον χρόνο της παρουσίας του επαρκώς θα εξυπηρετείτο από την ίση χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας και άρα, εναλλασσόμενης κατοικίας του ανηλίκου τέκνου. Εξ άλλου, σε περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1520 του ΑΚ το ανήλικο τέκνο θα οδηγείται αναντίρρητα σε σύγχυση, ιδίως σε περίπτωση που αυτή η χρονική κατανομή λαμβάνει χώρα σε διαστήματα μικρότερα του μηνός, αφού θα εναλλάσσει κατοικία στα πλαίσια κατανομής της γονικής μέριμνας, κατά τον ίδιο, δε, χρόνο θα διαμένει και στην οικία του άλλου γονέα στα πλαίσια της επικοινωνίας του τελευταίου με αυτό, με αποτέλεσμα την διατάραξη της ψυχοσυναισθηματικής του ισορροπίας, του καθημερινού προγράμματός του και ενδεχομένως τη ματαίωση της ψυχαγωγίας του και των κοινωνικών του συναναστροφών ιδίως με τους συνομηλίκους του (βλ. σχετ. Κ. Φουντεδάκη, Το δίκαιο των σχέσεων γονέων και παιδιών - Οι αλλαγές που επέφερε στον ΑΚ ο Ν. 4800/2021, ό.π., σελ. 32 επ., Γ. Λέκκα, ό.π., σελ. 163 επ., Γ. Βαλμαντώνη, Η προσαρμογή ελληνικού οικογενειακού δικαίου στις σύγχρονες ευρωπαϊκές νομοθεσίες, με την καθιέρωση του κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας μετά το χωρισμό των γονέων, ΕλλΔνη 2021, σελ. 1075).

Σύστοιχη προς την υποχρέωση συνεργασίας των γονέων είναι και η καθιέρωση της αρχής της επικουρικότητας του ρόλου του δικαστηρίου μετά τον χωρισμό των γονέων, η οποία επίσης καθιερώνεται στην ΑΚ 1512, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο επιλαμβάνεται μόνο κατ’ εξαίρεση και μόνο για την επίλυση διαφωνιών των γονέων σε επιμέρους ζητήματα που αφορούν στην από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας (βλ. σχετ. Σταμπέλου, Σκέψεις για το Σχέδιο Νόμου: «Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων - τέκνων», ΕφΑΔΠολΔ 2021, σελ. 385). Η αναμορφωμένη διάταξη του άρθρου 1512 ΑΚ που στο εδάφιο β’ προβλέπει ότι, αν (κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας) οι γονείς διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που ανακύπτει διαφωνία των γονέων στο πλαίσιο της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας και αφορά σε συγκεκριμένη εκάστοτε απόφαση. Έτσι, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αποφασίζει επί συγκεκριμένου ζητήματος. Η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1512 εδ. β’ του ΑΚ γίνεται στο πλαίσιο της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας και δεν συνεπάγεται παρέκκλιση από αυτήν, αντιθέτως την προϋποθέτει.

Αν υπάρχει συστηματική άρνηση συνεργασίας, το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει με βάση την 1512 ΑΚ, αλλά με βάση την 1514 ΑΚ, η οποία δεν αφορά σε αποφάσεις για επιμέρους διαφωνίες των γονέων, αλλά σε παρεκκλίσεις από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας (βλ. σχετ Γ. Λέκκα, ό.π., σελ. 174 επ.). Πράγματι, η συστηματική παραβίαση της απορρέουσας από το άρθρο 1512 του ΑΚ υποχρέωσης συνεργασίας των γονέων, η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία για την προαγωγή του συμφέροντος του παιδιού μετά τον χωρισμό των γονέων του και για την αποτελεσματική λειτουργία της από κοινού επιμέλειας από τους γονείς επισύρει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1514 παρ. 2 του ΑΚ, που προβλέπει ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας. Έτσι, ο ρόλος του δικαστηρίου έχει καταστεί πλέον αυστηρά επικουρικός με την έννοια ότι επιλαμβάνεται κατ’ αρχήν μόνο στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 1512 του ΑΚ για επίλυση της διαφωνίας επί συγκεκριμένου ζητήματος στα πλαίσια της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας και μόνο αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξ αιτίας συστηματικής και επαναλαμβανόμενης διαφωνίας των γονέων, και ιδίως, αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, και αφού οι γονείς έχουν προσφύγει στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, αποφασίζει το δικαστήριο κατά το άρθρο 1514 παρ. 2 του ΑΚ. Οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορεί να λειτουργήσει η κοινή μέριμνα μπορεί να είναι είτε ανυπαίτιοι για τον έναν ή και τους δύο γονείς (πχ. διαφορετικές απόψεις σε θέματα ανατροφής, διαπαιδαγώγησης, θρησκευτικής παιδείας, μεγάλη απόσταση του τόπου διαμονής των δύο γονέων, έντονη επαγγελματική απασχόληση του ενός γονέα, μακροχρόνια απουσία του ενός γονέα για επαγγελματικούς ή άλλους λόγους) είτε υπαίτιοι (λ.χ. χρησιμοποίηση της άσκησης της επιμέλειας ως πρόσχημα για την εκδήλωση αισθημάτων εκδίκησης του άλλου γονέα, για την απόσπαση αθέμιτης οικονομικής ωφέλειας σε βάρος του άλλου γονέα, ψευδείς καταγγελίες εγκλημάτων κατά της γενετήσιας αξιοπρέπειας του τέκνου, κοκ) (βλ. σχετ. Λέκκα, ο.π., σελ. 203 επ., Ράμμου, ο.π.). Στις περιπτώσεις αυτές καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, πλην των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, και εντέλει και επί αποτυχίας αυτής αποφασίζει το δικαστήριο. Αναφορικά, λοιπόν, με τις δυνατότητες του Δικαστηρίου, η διάταξη του άρθρου 1514 παρ. 2 του ΑΚ επαναλαμβάνει την παλιά διάταξη του άρθρου 1513 παρ. 1 του ΑΚ, εκτός από τη δυνατότητα να αποφασίσει την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας (βλ. σχετ. Κ. Φουντεδάκη, ό.π., σελ. 52).

Ι.5         Η αδυναμία της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας είναι στοιχείο της βάσης της αγωγής της διάταξης του άρθρου 1514 παρ. 2 του ΑΚ (216 παρ. 1 α’ του ΚΠολΔ), με συνέπεια η αγωγή να είναι αόριστη  ή  νόμω αβάσιμη, αν δεν αναφέρεται καθόλου στο στοιχείο αυτό ή αν αναφέρεται χωρίς καμία εξειδίκευση σε επιμέρους περιστατικά που το συγκροτούν, ήτοι εάν δεν περιέχει το δικόγραφο τις ειδικές εκείνες συνθήκες παρέκκλισης από τον κανόνα της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας. Αυτό το σημείο συνιστά μια σημαντική διαφορά με το προϊσχύον δίκαιο, κατά το οποίο με μόνο τον χωρισμό των γονέων ο καθένας από αυτούς μπορούσε να προσφύγει στο Δικαστήριο και να ζητήσει τη ρύθμιση - ανάθεση της άσκησης της γονικής μέριμνας (βλ. σχετ Κ. Φουντεδάκη, ό.π. σελ. 51 επ., Ε. Ασημακοπούλου, Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, ν. 4800/2021: Ειδικά δικονομικά ζητήματα, ΕλλΔνη 2021, σελ. 1120 επ.).

       Το Δικαστήριο, δε, κατά το άρθρο 1514 παρ. 3 του ΑΚ, μπορεί ανάλογα με την περίπτωση: α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ’ ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου, γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή. Αυτό, λοιπόν, θα αποφασίσει, όποιο μέτρο θεωρήσει κατάλληλο για το παιδί, για το συγκεκριμένο παιδί και για τη συγκεκριμένη περίπτωση, με γνώμονα βέβαια το συμφέρον του παιδιού. Μπορεί να κατανείμει λειτουργικά την άσκηση της γονικής μέριμνας, ή να την αναθέσει εξ ολοκλήρου στον έναν, ή να την κατανείμει χρονικά, διατάσσοντας ίσως την εναλλασσόμενη κατοικία, αν τούτο επιβάλλει το συμφέρον του παιδιού. Σημειώνεται ότι η δυνατότητα του Δικαστηρίου για εξειδίκευση του τρόπου άσκησης της γονικής μέριμνας στα κατ’ ιδίαν θέματα, είναι μια ελάσσων δυνατότητα για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα θεωρήσει ότι δεν χρειάζεται ρύθμιση ως προς το πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα, αλλά αρκεί μια ρύθμιση των συγκεκριμένων και ειδικά προσδιορισμένων θεμάτων άσκησης της γονικής μέριμνας που δημιουργούν τις τριβές (βλ. σχετ. Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 322 επ.). Αν διαπιστώνεται ότι οι σχέσεις των γονέων έχουν πλήρως αποδομηθεί και ότι οι γονείς δεν πρόκειται να συνεργασθούν στο μέλλον προς το συμφέρον του παιδιού τους, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίζει την κατανομή της άσκησης της επιμέλειας ή την αποκλειστική ανάθεσή της στον έναν γονέα, υπό την προϋπόθεση ότι με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται αποτελεσματικότερα η αποφυγή συνεχών και γενικευμένων ερίδων και συγκρούσεων μεταξύ των γονέων, ή κατά περίπτωση η καλύτερη φροντίδα του παιδιού προς το συμφέρον του, η προαγωγή του οποίου πρέπει να είναι το αξιολογικό κριτήριο για τη δικαστική ρύθμιση της γονικής μέριμνας. Αν, δε, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κανόνας της από κοινού άσκησης της επιμέλειας μπορεί να λειτουργήσει και είναι προς το συμφέρον του τέκνου, πρέπει να απορρίπτει την αγωγή, οπότε θα ισχύει ο κανόνας της εξακολούθησης της από κοινού άσκησής της. Αυτό μπορεί να συμβαίνει ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες που οι διαφωνίες των γονέων δεν είναι θεμελιώδεις και σε όλα ή σχεδόν σε όλα τα θέματα της ανατροφής του παιδιού και ότι είναι συνεπώς δυνατή η λειτουργία της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας με δικαστική παρέμβαση σε επιμέρους μόνο ζητήματα της γονικής μέριμνας, όπως προδιαλήφθηκε (βλ. σχετ. Κ. Φουντεδάκη, ό.π., σελ. 55, Γ. Λέκκα, ο.π., σελ. 204 επ., Κιτσάκη, «Συνεπιμέλεια» και συμφέρον του τέκνου. Ειδικά όρια της κοινής άσκησης της επιμέλειας, ΕφΑΔ 2021, σελ. 10,16).

Συνεπώς, μετά το Ν. 4800/2021 αντιστρέφεται η δικονομική κατάσταση που ίσχυε πριν από αυτόν και το Δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή για την κατανομή της άσκησης της επιμέλειας ή την ανάθεσή της στον έναν γονέα, αν τούτο είναι προς συμφέρον του παιδιού, ενώ πριν την ανέθετε στον έναν γονέα, εκτός εάν πειθόταν ότι η από κοινού άσκηση της επιμέλειας ήταν εφικτή και προς το συμφέρον του τέκνου (βλ. σχετ. Γ. Λέκκα, ο.π., σελ. 205). Έτσι, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή διαζυγίου (άρθρο 1513 ΑΚ), το Δικαστήριο, εφ’ όσον η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας δεν είναι δυνατή ή προς το συμφέρον του τέκνου, μπορεί να την αναθέσει σε ένα γονέα, ή να την αναθέσει σε τρίτο ή τέλος, να την κατανείμει μεταξύ των γονέων, πάντοτε, όμως, με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου και χωρίς να δεσμεύεται από συμφωνίες των γονέων που δεν βρίσκονται σε αρμονία με το συμφέρον του, ακόμα και όταν γίνονται στα πλαίσια της συμβιβαστικής επίλυσης κατά το άρθρο 611 του ΚΠολΔ, τις οποίες, όμως, πρέπει να λάβει υπ’ όψη του (βλ. τις ανωτέρω παραπομπές για το νέο δίκαιο και υπό το προισχύσαν δίκαιο Βαθρακοκοίλη, Οικογενειακό Δίκαιο, άρθρο 1520 σελ. 612, Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, Ερμηνεία ΑΚ - τομ. VIII, άρθρο 1511 αριθμός 23, άρθρα 1513-14 αριθμός 30, ΑΠ 1286/2018, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 121/2011, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1736/2007, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 218/2018, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 1151/2008, ΕλΔ 2008, σελ. 825).

Ι.6             Σύμφωνα, λοιπόν, με τη διάταξη του άρθρου 1514 παρ. 3 του ΑΚ το Δικαστήριο, που αποφασίζει επί διαφωνίας των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας, έχει ως δυνατότητα, ανάλογα με την περίπτωση, να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας, δηλαδή να την κατανείμει μεταξύ των γονέων σε διάφορους χρονικούς ή λειτουργικούς συνδυασμούς ή να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ’ ιδίαν θέματα, ήτοι σε επιμέρους πτυχές όχι μόνο της γονικής μέριμνας (εκπροσώπηση, διαχείριση περιουσίας, επιμέλεια), αλλά και σε επιμέρους πτυχές της επιμέλειας (λ.χ. ανάθεση εξωσχολικών δραστηριοτήτων στον ένα γονέα, ανάθεση της καθημερινής σχολικής παρακολούθησης στον ένα γονέα) (ιδέτε Βαλμαντώνη, Εφέτη, ό.π., σελ. 48, Λέκκα, ό.π., σελ. 195). Η κατανομή αυτή μπορεί να γίνει με λειτουργικό κριτήριο και να αφορά ορισμένες μόνο από τις εξουσίες της γονικής μέριμνας (λειτουργική κατανομή). Με τη λειτουργική κατανομή κατανέμεται μεταξύ των γονέων η άσκηση των τριών βασικών εκφάνσεων της γονικής μέριμνας. Τρόπος (λειτουργικής) κατανομής συνιστά η ανάθεση ορισμένων λειτουργιών της γονικής μέριμνας (π.χ. επιμέλεια) στον ένα γονέα και των υπολοίπων (διοίκηση, περιουσία, εκπροσώπηση) στον άλλο ή και στους δύο από κοινού. Στο πλαίσιο της λειτουργικής κατανομής το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει μεταξύ των γονέων μόνο ορισμένες πτυχές της επιμέλειας του προσώπου του παιδιού (λ.χ. σχολική επίβλεψη, θέματα υγείας, εκπαίδευσης, δραστηριοτήτων), δηλαδή όταν ο ένας γονέας αναλαμβάνει ορισμένους επιμέρους τομείς της επιμέλειας του τέκνου (όπως της εκπαίδευσης ή της υγειονομικής περίθαλψης) με ταυτόχρονη ανάληψη από αυτόν της υποχρέωσης απευθείας κάλυψης των σχετικών εξόδων και ο άλλος αναλαμβάνει τους λοιπούς τομείς της επιμέλειας (ιδέτε Βαλμαντώνη, Εφέτη, ό.π., σελ. 48, Λέκκα, ό.π., σελ. 223-224, ΑΠ 1612/2017, ΧρΙΔ 2018, σελ. 583, ΕφΑθ 4948/2015, ΧρΙΔ 2016, σελ. 29, ΜΠΠατρ 34/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 22/1989, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1079/1986, ΕλΔνη 1987, σελ. 842). Η λειτουργική κατανομή ορισμένων τομέων της επιμέλειας (λ.χ. εκπαίδευσης, υγείας) ανταποκρίνεται στο αίτημα για ενεργητική παρουσία αμφοτέρων των γονέων στην ανατροφή του τέκνου και στην επίτευξη μιας μορφής συνεπιμέλειας (ιδέτε Βαλμαντώνη, Εφέτη, ό.π., σελ. 49, ΜΠρΑθ 4999/2021, ΕλΔνη 2021, σελ. 1709). Κατά τα λοιπά, για την επιμέλεια και τις λοιπές εξουσίες της γονικής μέριμνας ισχύει ο κανόνας της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας κατ’ άρθρο 1513 εδ. α’ του ΑΚ και το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποφασίσει σχετικά.

Ένας άλλος τρόπος κατανομής της γονικής μέριμνας, που συνιστά και αυτός κατά βάση παρέκκλιση από τον κανόνα της από κοινού άσκησης της επιμέλειας, όπως όλες οι περιπτώσεις που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 1514 παρ. 2 του ΑΚ [ιδετε Κονδύλη, Ειδικές πράξεις του γονέα μετά το διαζύγιο, την διάσταση ή την ακύρωση του γάμου, ΕφΑΔΠολΔ 2021, σελ. 398, Ι. Βαλμαντώνη σε Ερμηνεία ΑΚ και ΕισΝΑΚ (Συμπλήρωμα μετά τον Ν. 4800/2021), άρθρο 1514, σελ. 24] είναι η χρονική κατανομή της άσκησης της επιμέλειας, ή εναλλασσόμενη άσκηση όλων των εκφάνσεων της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας ειδικότερα. Ο τρόπος αυτός κατανομής της άσκησης της επιμέλειας εξασφαλίζει την από κοινού συμμετοχή των γονέων στην άσκησή της και την ισόρροπη ανάπτυξη του παιδιού, που γίνεται δέκτης των διαφορετικών αντιλήψεων και τρόπων σκέψης των γονέων του, ενδέχεται, όμως, να δημιουργήσει και συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων, καθ’ όσον η εναλλασσόμενη ανατροφή απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ τους στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό. Η χρονική κατανομή της άσκησης της γονικής μέριμνας πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή, καθώς έχει τα ίδια μειονεκτήματα με την εναλλασσόμενη διαμονή του παιδιού και μπορεί επιπλέον να εκθέσει το παιδί σε γονεϊκές επιλογές εκ διαμέτρου διαφορετικές, ενώ υπάρχει ο ακόμα μεγαλύτερος κίνδυνος ο ένας γονέας να επιχειρεί να αναιρέσει τις επιλογές του άλλου, με αυτονόητα κακή επίπτωση στο παιδί. Για να λειτουργήσει, δηλαδή, αποτελεσματικά η χρονικά κατανεμημένη γονική μέριμνα ή επιμέλεια μεταξύ των δύο γονέων απαιτείται η στοιχειώδης δυνατότητα συνεννόησης, κατανόησης και εμπιστοσύνης μεταξύ τους και η λύση των διαφορών τους με καταφυγή πρωτίστως στη διαμεσολάβηση και ως έσχατο μέσο στα δικαστήρια (βλ. σχετ Γ. Λέκκα, ο.π., σελ. 205, 224 επ., Κ. Φουντεδάκη ό.π., σελ. 53 επ., βλ. και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 1393/2017, ΑΠ 317/2015, ΕφΘεσ 14202/2020, ΕφΑθ 504/2019, ΤΝΠ Νόμος, ΜονΛασιθ 261/2020 ΕφΑΔΠολΔ 2021, σελ. 78). Και αυτό, γιατί, πλέον των άλλων, ο ειδικός προς τούτο διαμεσολαβητής μπορεί να συντάξει, κατά τα διεθνή πρότυπα, και ένα υποστηρικτικό των γονέων «σχέδιο ανατροφής τέκνου» που θα τους κατευθύνει στην ειρηνική επίλυση των σχετικών διαφωνιών τους (βλ. περί του τελευταίου Βαλτούδη, ο.π., Κ. Φουντεδάκη, Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στο Οικογενειακό Δίκαιο - Γενικές επισημάνσεις για τη γονική μέριμνα - Ζητήματα επικοινωνίας, ΕφΑΔΠολΔ 2020). Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της χρονικής κατανομής της άσκησης της επιμέλειας μεταξύ των γονέων και της εναλλασσόμενης διαμονής (κατοικίας) του τέκνου.

Η πρώτη συνιστά μορφή κατανομής της άσκησης της γονικής μέριμνας κατά την οποία οι γονείς ασκούν εναλλάξ τη γονική μέριμνα με περιοδικότητα και συνεπάγεται ότι το παιδί έχει εναλλασσόμενη κατοικία στον τόπο της κατοικίας του γονέα του, ο οποίος στο πλαίσιο αυτό ασκεί μόνος του κάθε φορά τις πράξεις επιμέλειας του παιδιού για όλα τα θέματα, με εξαίρεση εκείνα που αφορούν στον πυρήνα, κατ’ άρθρο 1519 παρ. 1 του ΑΚ. Αντιθέτως, η εναλλασσόμενη διαμονή μπορεί να διαταχθεί από το Δικαστήριο αυτοτελώς, χωρίς την κατανομή της άσκησης της επιμέλειας, οπότε οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού την επιμέλεια του παιδιού (συνεπιμέλεια), σύμφωνα με τον κανόνα της διάταξης του άρθρου 1513 εδ. α’ του ΑΚ, με εξαίρεση μόνο εκείνες τις πράξεις επιμέλειας κατ’ άρθρο 1513 εδ. β’ του ΑΚ, που μπορεί να επιχειρεί κάθε φορά μόνος του ο γονέας με τον οποίο διαμένει εκ περιτροπής το παιδί (ιδέτε Φουντεδάκη, ό.π., σελ. 38-39).

Ι.7          Έτσι, με τον κανόνα της διάταξης του άρθρου 1513 του ΑΚ αποσυνδέεται ο τόπος διαμονής του παιδιού από την άσκηση της επιμέλειας. Συνεπώς, το παιδί μπορεί να διαμένει με τον έναν γονέα και η επιμέλεια να ασκείται από κοινού, με εξαίρεση τις πράξεις της επιμέλειας του άρθρου 1513 εδ. β’ του ΑΚ, και επίσης (a fortiori), το παιδί να διαμένει εναλλακτικά και με τους δύο γονείς και η επιμέλεια να ασκείται από κοινού ή ακόμα και από τον έναν γονέα. Το Δικαστήριο στο πλαίσιο της δυνατότητας που έχει, κατ’ άρθρο 1513 παρ. 3 του ΑΚ, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της γονικής μέριμνας στα κατ’ ιδίαν θέματα, μπορεί, εφ’ όσον με τον τρόπο αυτό προάγεται το συμφέρον του συγκεκριμένου τέκνου, να αποφασίσει ως τόπο διαμονής του παιδιού εναλλασσόμενα τον τόπο κατοικίας καθενός από τους γονείς του (εναλλασσόμενη κατοικία). Εάν τούτο δεν προάγει το συμφέρον του παιδιού (λ.χ. επειδή οι γονείς ζουν σε διαφορετική πόλη ή σε μεγάλη απόσταση ο ένας από τον άλλο, το παιδί δεν είναι εξοικειωμένο με τον έναν γονέα, ο ένας γονέας ζει μακριά από το κέντρο των σχολικών, εξωσχολικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων του), συμπληρωματικό πυλώνα της από κοινού άσκησης της επιμέλειας του παιδιού από τους γονείς του αποτελεί η ενίσχυση του δικαιώματος της επικοινωνίας με το παιδί του γονέα με τον οποίο δε διαμένει, ώστε να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ενίσχυση των δεσμών του παιδιού και με τους δύο γονείς του και την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο στην ανατροφή και φροντίδα του (βλ. σχετ Γ. Λέκκα, ο.π., σελ. 224 επ., Κ. Φουντεδάκη, ό.π. σελ. 38 επ., Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 317 επ.). Περαιτέρω, εναλλασσόμενη διαμονή, όπως και η χρονική κατανομή, δεν σημαίνει απαραίτητα και ισόχρονη, δηλαδή ισοκατανομή του χρόνου διαμονής με τον κάθε γονέα, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται με βάση το συμφέρον του συγκεκριμένου εκάστοτε παιδιού, το οποίο δεν προάγεται γενικώς με μόνη τη διαπίστωση ότι είναι γενικώς προς το συμφέρον του παιδιού να μεγαλώνει και με τους δύο γονείς, αλλά πρέπει να διαπιστώνεται στη συγκεκριμένη εκάστοτε περίπτωση ότι το παιδί περνά ευχάριστα σημαντικό και με τους δύο γονείς του, ανεξάρτητα από τις μεταξύ τους διαφωνίες. Αντίθετα, η εναλλασσόμενη κατοικία δεν προάγει το συμφέρον του τέκνου στις περιπτώσεις που το ίδιο το παιδί δεν την επιθυμεί (βλ. σχετ. ΕφΔωδ 31/2021, ΤΝΠ Νόμος, Γ. Λέκκα, ο.π., σελ. 227 επ., Σταμπέλου, ό.π.). Η κατ’ αρχήν θέση είναι ότι παιδί πρέπει να μεγαλώνει και με την παρουσία και τη φροντίδα και των δύο γονέων του, σε συνάρτηση, όμως, πάντα με το συγκεκριμένο κάθε φορά συμφέρον του, το οποίο μπορεί σε ορισμένη περίπτωση να επιβάλλει αποκλίσεις. Η παραδοχή αυτή είναι σύμφωνη με το διεθνές πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού, απέχει, όμως, πολύ από μια μηχανιστική και αυθαίρετη χρονική «ισότητα» (βλ. σχετ. Κ. Φουντεδάκη ό.π., σελ. 41 επ. και υπ. 136, όπου αναφέρονται ενδεικτικά: Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ, Γενικό Σχόλιο 14 (2013), σημείο 67, ΕΔΔΑ Nechay κατά Ρωσίας, 25.5.2021. σκέψη 58, Κ. Λαδοπούλου, «Συνεπιμέλεια» και ψυχική υγεία των παιδιών ΕφΑΔΠολΔ 2021, σελ. 394).

Αν η άσκηση της γονικής μέριμνας μοιραστεί ανάμεσα στους γονείς, λόγω διάστασής τους, ο γονέας στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλεια αποφασίζει μόνος του για τα καθημερινά θέματα του τέκνου, δεν μπορεί, όμως, κατ’ άρθρο 1519 του ΑΚ να αποφασίζει μόνος του για θέματα που επηρεάζουν καίρια τη ζωή του τέκνου, ήτοι για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για σημαντικά ζητήματα της υγείας του, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, για τα οποία απαιτείται κοινή απόφαση των γονέων, διότι η κρίση για σημαντικά ζητήματα παραμένει στο πυρήνα της γονικής μέριμνας, που εν προκειμένω ανήκει και στους δύο (βλ. σχετ. Βαλτούδη, ό.π., αριθμ. 19 επ., Μ. Σταθόπουλο, ο.π.. Πρβλ. υπό το προισχύσαν δίκαιο ΑΠ 1321/1992, Αρμ.48.340, ΕφΘεσ 564/2008, Αρμ 2008, σελ. 1836). Η νομοτεχνική διάρθρωση των κανόνων της γονικής μέριμνας μετά τη διάσπαση της γονικής μέριμνας ή του διαζυγίου ως κανόνας (η από κοινού άσκηση) - εξαίρεση (η κατανομή της άσκησης/ανάθεση της άσκησης στον ένα γονέα) δεν δίδει κανονιστικό προβάδισμα στην από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας έναντι της άσκησης από τον ένα γονέα ούτε θεσπίζεται αντίστοιχη νομοθετική επιταγή (βλ. σχετ. Γ. Λέκκα, ό.π., σελ. 203, Πρβλ. και Βαλτούδη, ο.π., αριθμ. 18, όπου δίνει το «νομοθετικό» προβάδισμα στη συνεπιμέλεια, κυρίως, όμως, με τη μορφή της χρονικής κατανομής της άσκησής της). Υπό αυτήν την έννοια η ανάθεση της άσκησης της επιμέλειας του παιδιού αποκλειστικά στον ένα γονέα πρέπει να είναι ένα επικουρικό μέτρο, το οποίο πρέπει να διατάσσεται από το Δικαστήριο, όταν με τον τρόπο αυτόν προάγεται το συμφέρον του παιδιού (ιδέτε Λέκκα, ό.π., σελ. 198). Η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, το οποίο πρέπει να προάγεται στη συγκεκριμένη περίπτωση από την ουσιαστική συμμετοχή και των δυο γονέων στην ανατροφή και στη φροντίδα του (άρθρο 1511 παρ. 1 εδ. α ΑΚ, Βλ. και Κώνστα, Το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και η ρυθμιστικός του ρόλος μετά τις τροποποιήσεις στο Οικογενειακό Δίκαιο, ΕλλΔνη 2021, σελ. 1061). Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψη την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο (άρθρο 1511 παρ. 2 ΑΚ), ενώ ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του (άρθρο 1511 παρ. 4 ΑΚ). Σχετικά, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 1514 παρ. 3 τελ. εδ. του ΑΚ, ουσιώδους σημασίας είναι και η ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως, ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, όμως, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διάκρισης. Αντίθετα, δεν επικροτείται η υπαίτια συμπεριφορά του γονέα που αυτογνωμόνως μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης αποκόπτει εντελώς τον έτερο γονέα από την προβλεπόμενη από το νόμο από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας και διαμορφώνει συνθήκες αποκλεισμού του έτερου γονέα ακόμα και από την επικοινωνία του με το τέκνο (π.χ. επιλέγοντας τόπο κατοικίας πολύ μακριά από τον τόπο κατοικίας του έτερου γονέα), έτσι ώστε όταν θα προκύψει η ανάγκη για δικαστική ρύθμιση της υπόθεσης να επικαλεστεί τους ιδιαίτερους δεσμούς του τέκνου μαζί του και να επιτύχει ευνοϊκή υπέρ του απόφαση. Εξ άλλου, κριτήριο για την καταλληλότητα ή μη του γονέα να του ανατεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων, ακόμα και κατ’ αποκλεισμό του άλλου γονέα, μπορεί να αποτελέσει και ο τρόπος άσκησης αυτής μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Έτσι, εάν για παράδειγμα ένας γονέας, ενώ ισχύει η εκ του νόμου πρόβλεψη της συνεπιμέλειας, μολονότι δεν συντρέχει λόγος κατεπείγοντος, λαμβάνει επανειλημμένα πρωτοβουλίες για τη ζωή του παιδιού, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του άλλου γονέα, αν επανειλημμένα δεν ενημερώνει τον άλλο γονέα για ζητήματα που αφορούν το παιδί (π.χ. ζητήματα υγείας, εθισμό στη χρήση ηλεκτρονικών παιχνιδιών κ.λπ.), αν παραπείθει δολίως το παιδί ως προς το ό,τι ο άλλος γονέας είναι επικίνδυνος για τη σωματική ή ψυχική υγεία του, ή αν, ενώ με προσωρινή διαταγή ή απόφαση ασφαλιστικών έχει την αποκλειστική επιμέλεια του ανηλίκου, παρεμποδίζει αδικαιολόγητα την επικοινωνία των τέκνων με τον άλλο γονέα, τούτο συνιστά κακή και καταχρηστική άσκηση της γονικής μέριμνας, που λαμβάνεται υπ’ όψη στα πλαίσια του άρθρου 1514 του ΑΚ και που είναι δυνατόν να επισύρει ακόμη και τις συνέπειες του άρθρου 1532 του ΑΚ (ως «διατάραξη της συναισθηματικής σχέσης του παιδιού με τον γονέα» κατά την έννοια του 1532 παρ. 2 περίπτ. β’ του ΑΚ ή, εφ’ όσον υπάρχει σχετική, έστω και προσωρινή, δικαστική κρίση ως υπαίτια παράβαση από τον άλλο γονέα της συμφωνίας ή δικαστικής απόφασης για την επιμέλεια και επικοινωνία του παιδιού κατά την έννοια του 1532 παρ. 2 περίπτ. α’ και γ’ του ΑΚ). Και αυτό, γιατί η συστηματική και κατ’ επανάληψη παρεμπόδιση της συμμετοχής του άλλου γονέα στην από κοινού άσκηση της επιμέλειας ή της επικοινωνίας του με το τέκνο του μπορεί να οδηγήσει σε αποκοπή του τέκνου από τον γονέα με τον οποίο αυτό δε διαμένει μαζί, κατάσταση που συνιστά γονική αποξένωση και οδηγεί σε δομικές ανισορροπίες και σε τελική ανάλυση στη συναισθηματική κακοποίηση του παιδιού (βλ. ΜονΠρΖακ 85/2021, ΤΝΠ Νόμος, Χ. Σταμπέλου, σχόλια κάτω από την ΠολΠρΑθ 124/2021, ΕφΑΔΠολΔ 2021, σελ. 193, Κ. Δεμερτζή, Γονική Αποξένωση: μια προσέγγιση από την άποψη της θεωρίας των διαπραγματεύσεων, ΕφΑΔΠολΔ 2010., σελ. 384 επ.).

  Σκεπτικό από την με αριθμό 915/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία καταλήγει στο διατακτικό της, ορίζοντας, εκτός των άλλων, ότι οι γονείς θα ασκούν από κοινού την επιμέλεια των τέκνων τους (συνεπιμέλεια), σύμφωνα με τον κανόνα της 1513 εδ α’ του ΑΚ, με εξαίρεση μόνο εκείνες τις συνήθεις πράξεις επιμέλειας που έχουν επείγοντα χαρακτήρα (άρθρα 1513 εδ. β’ και 1516 εδ. α’ του ΑΚ), τις οποίες μπορεί να επιχειρεί κάθε φορά μόνος του ο γονέας με τον οποίο θα διαμένουν τα παιδιά, δηλαδή μόνο τις πράξεις καθημερινής φροντίδας, ενώ κατά τα λοιπά η γονική μέριμνα θα ασκείται από κοινού από τους γονείς στο σύνολό της, ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής των παιδιών.

Ι.8         Τέλος, λεκτέον ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1536 του ΑΚ, αν μεταβληθούν οι συνθήκες από τότε που εκδόθηκε η απόφαση που αφορά στην άσκηση της επιμέλειας, το Δικαστήριο οφείλει να την μεταρρυθμίσει σύμφωνα προς το συμφέρον του παιδιού. Αυτό ισχύει είτε η επιμέλεια ασκείται από κοινού είτε έχει γίνει κατανομή της άσκησής της, εξειδίκευση του τρόπου άσκησής της ως προς τα κατ’ ιδίαν θέματα ή ανάθεσή της σε έναν από τους γονείς ή τρίτο.

Για τη μεταρρύθμιση της άσκησης της επιμέλειας από το Δικαστήριο προέχουσα σημασία έχει το συμφέρον του τέκνου είτε, ιδανικά, υπό τη θετική μορφή αυτού, όταν, δηλαδή, με τη μεταρρύθμιση ωφελείται περισσότερο το παιδί σε σχέση με την προηγούμενη της μεταρρύθμισης κατάσταση, είτε τουλάχιστον, υπό την αποθετική μορφή, όταν, δηλαδή, λόγω της μεταρρύθμισης αποτρέπεται η βλάβη του συμφέροντος του παιδιού που υφίσταται στην προηγούμενη της μεταρρύθμισης κατάσταση (ιδέτε Λέκκα, ό.π., σελ. 235-236).

Επειδή κάθε αλλαγή στη ζωή του παιδιού αναπόφευκτα συνεπάγεται και αρνητικές και θετικές επιπτώσεις για το παιδί, στην απόφαση για τη μεταρρύθμιση θα πρέπει να σταθμίζονται θετικές και αρνητικές επιπτώσεις και η συγκεκριμένη απόφαση για τη μεταρρύθμιση να συγκεντρώνει περισσότερα πλεονεκτήματα από την υφιστάμενη κατάσταση, αλλά και από τυχόν άλλη πρόταση μεταρρύθμισης, προερχόμενη από τον άλλο γονέα. Το συμφέρον του παιδιού αποτελεί αόριστη νομική έννοια, της οποίας το κανονιστικό περιεχόμενο συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε με βάση τις επικρατούσες συνθήκες σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, καθώς επίσης και κυρίως τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε παιδιού. Το συμφέρον του παιδιού προσδιορίζεται εξατομικευμένα με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε παιδί και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες διαβιώνει το παιδί και αναλύεται στις επί μέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητας του παιδιού (ΑΚ 1518, παρ. 2), δηλαδή κυρίως, στη ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία, συναισθηματική και ψυχολογική ασφάλεια και σταθερότητα, διανοητική πρόοδο, κοινωνική ένταξη και αποδοχή, υπευθυνότητα, κοινωνική συνείδηση και ανεξαρτησία του παιδιού. Υπάρχει, δηλαδή, το πραγματικό συμφέρον συγκεκριμένου παιδιού που ανατρέφεται από συγκεκριμένους γονείς.

Η αρχή της προαγωγής του συμφέροντος του παιδιού αναπτύσσει θετική και αποθετική λειτουργία και διέπει τόσο τις αποφάσεις των γονέων που ασκούν τη γονική μέριμνα όσο και τις αποφάσεις των δικαστηρίων που αφορούν στη γονική μέριμνα και διατυπώνεται αφ’ ενός στο άρθρο 1511 παρ. 1 του ΑΚ, που ορίζει ότι «Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου.» και αφ’ ετέρου στο άρθρο 1511 παρ. 2 του ΑΚ, που ορίζει ομοίως ότι «Στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου … πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της. […]». 

 

Παναγιώτης Στ. Γουνελάς
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο &
Πτυχ. Οικονομικών Επιστημών Ε.Κ.Π.Α

 

- Δημοκρίτου 18  &  Σκουφά   Αθήνα  106 73

- Λεωφ. Βασιλέως Γεωργίου Β' 65-67
Πειραιάς  185 34

Τηλέφωνο επικοινωνίας

210 4170488

email: gounelaslawoffice@gmail.com

 

 

 

 

Copyright © Π.Γουνελάς & Συνεργάτες All Rights Reserved. Designed by EzStore.gr