Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies και παρόμοιες τεχνολογίες.

Εάν δεν αλλάξετε τις ρυθμίσεις του προγράμματος περιήγησης, συμφωνείτε με αυτό. Ενημερωθείτε

Συμφωνώ

Κληρονομιά - Αγωγή Διανομής των κληρονομιαίων

Κληρονομιά - Κοινή Περιουσία - Διανομή Κοινής Περιουσίας - Κινητά και Ακίνητα - Λύση της κοινωνίας - Εξώδικη διανομή - Δικαστική διανομή - Αγωγή - Εκούσιος πλειστηριασμός - Κλήρωση - Έξοδα.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800 και 801 ΑΚ, 480, 480Α’, 481 και 484 § 1 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 1113 ΑΚ, εφαρμόζονται και επί διανομής κοινού πράγματος, προκύπτει ότι: α) αν δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, β) αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επ’ αυτού, ο δε τρόπος λύσεως της κοινωνίας, δηλαδή το αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομή ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται αναγκαίως στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του Δικαστηρίου, και γ) από την έναρξη της ισχύος του νόμου 1562/1985, δηλαδή από την 16η-9-1985, καθιερώθηκε για πρώτη φορά, στο άρθρο 480Α΄ του ΚΠολΔ, ως τρόπος αυτούσιας διανομής κοινού οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή (ή χωριστές οικοδομές) ή το οποίο είναι ακάλυπτο και οικοδομήσιμο, η σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας.

Προϋποθέσεις της δικαστικής διανομής και κατά συνέπεια της άσκησης της αγωγής είναι: α) η ύπαρξη κοινωνίας δικαιώματος κατά το ουσιαστικό δίκαιο και β) η μη επίτευξη συμφωνίας για εξώδικη διανομή.

Βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι κατά την έννοια των άρθρων 1113 και 799 ΑΚ σε συνδυασμό, με τα άρθρα 478-481 του ΚΠολΔ η συγκυριότητα επί του διανεμητέου πράγματος των διαδίκων, το στοιχείο δε αυτό πρέπει να περιέχεται στην αγωγή. Επίσης στη σχετική αγωγή πρέπει να εκτίθεται ότι δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή.Το στοιχείο αυτό θεωρείται ότι περιλαμβάνεται στην αγωγή ακόμα και αν δεν αναφέρεται ρητά, διότι και μόνη η άσκηση της υποδηλώνει την ασυμφωνία αυτή.Αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας. Ο τρόπος της λύσης, δηλαδή αν αυτή θα γίνει με αυτούσια διανομή (συμπεριλαμβανομένης και της σύστασης χωριστής ιδιοκτησίας κατ’ άρθρο 480 Α) ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται στο αίτημα της αγωγής αλλά ανήκει στις εξουσίες του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από το σχετικό αίτημα των διαδίκων  (ΑΠ 151/2009, ΕλλΔνη 2010, 11, ΑΠ 1309/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 763/2002, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1053/1993, ΕλλΔνη 35, 1577, ΕφΑθ 5772/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 6635/1995, Αρμ 50, 181 + Λήδα Θ. Πίψου, Δικαστική Διανομή, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2006, σελ. 96-97).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 480 Α` του ΚΠολΔ, όπως προστέθηκαν με εκείνες του άρθρου 11 του ν. 1562/1985, από τις οποίες η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2207/1994 και ήδη ισχύει: “1. Κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές έχει δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ` ορόφους ή μέρη ορόφων ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων. Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτό, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων …. . 2. Αν πρόκειται για οικόπεδο ακάλυπτο και οικοδομήσιμο και η αυτούσια διαίρεσή του είναι ανέφικτη, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την αυτούσια διανομή του με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου  οικοπέδου, στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως“. Κατά την αληθή έννοια των αμέσως πιο πάνω διατάξεων, σε συνδυασμό ερμηνευομένων και εφαρμοζομένων, ενόψει και του σκοπού για τον οποίο τέθηκαν ως νέο δίκαιο, είναι επιτρεπτή, αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον όλων των συγκυρίων, η αυτούσια διανομή οικοπέδου, στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές, καθώς και ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, με τη σύσταση μεν χωριστής ιδιοκτησίας κατ` ορόφους ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές, στην πρώτη περίπτωση, με τη σύσταση δε χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου, στα οποία θα είναι δυνατή η ανέγερση χωριστών οικοδομημάτων, στη δεύτερη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1024/1971 και υπό την επιφύλαξη πάντοτε των πολεοδομικών διατάξεων.Με τα δεδομένα αυτά, αυτούσια διανομή ακάλυπτου και οικοδομήσιμου οικοπέδου με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας σε μέλλουσα να ανεγερθεί σ` αυτό οικοδομή, ύστερα από αίτηση κάποιου από τους συγκοινωνούς, δεν είναι νόμω δυνατή(ΑΠ 928/2012, ΑΠ 733/2010, ΑΠ 1104/2008, ΑΠ 769/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 972/2005 Δνη 44.436, ΕφΘεσσαλ 299/2012 Αρμ 2013/276).

Στην υπόθεση που κρίθηκε με την υπ’ αριθ. 43/2015 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου κρίθηκε ότι εφόσον η κατάτμηση ενός ακινήτου σε τμήματα ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών δεν είναι δυνατή, τότε η αυτούσια διανομή του είναι ασύμφορη. Επίσης, κρίθηκε ότι η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με το νόμο, ενώ αν η διανομή του ακινήτου με σύσταση οριζοντίων ή καθέτων ιδιοκτησιών δεν είναι εφικτή αλλά ούτε και προς το συμφέρον των κοινωνών, τότε διατάσσεται η διά πλειστηριασμού ενώπιον συμβολαιογράφου πώληση του υπό διανομή ακινήτου, ώστε καθένας από τους κοινωνούς να λάβει από τον πλειστηριασμό το ανάλογο ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό συγκυριότητάς του.

Θεμελιώδης προϋπόθεση για την αυτούσια διανομή με την κλασική της μορφή είναι η δυνατότητα κατανομής του διανεμητέου σε μέρη, ανάλογα προς τις ιδανικές μερίδες των κοινωνών. Για να διατάξει το δικαστήριο την αυτούσια διανομή θα πρέπει να είναι δυνατή (εφικτή) και συμφέρουσα η φυσική διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. Νομικά ανέφικτη είναι η αυτούσια διανομή, όταν η κατάτμηση του πράγματος απαγορεύεται από το νόμο ή δεν πληρούνται οι συγκεκριμένοι όροι που αυτός θέτει. Ειδικότερα, νομικά ανέφικτη είναι η αυτούσια διανομή ακινήτου, όταν από τη διαίρεσή του σε μέρη, ανάλογα προς τις ιδανικές μερίδες των κοινωνών, προκύπτουν μη άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα. Κατά το άρθρο 481 αριθ. 1 ΚΠολΔ το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη.

Το άρθρο 480 Α διακρίνει δύο περιπτώσεις αυτούσιας διανομής με σύσταση διαιρεμένων ιδιοκτησιών. Πρώτον, τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας ή κάθετης ιδιοκτησίας επί οικοδομημένου ήδη οικοπέδου και δεύτερον τη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας επί ακάλυπτου οικοπέδου. Στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας συστήνεται αποκλειστική, αυτοτελή και ανεξάρτητη κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα αυτού, και αναγκαστική συγκυριότητα επί του εδάφους και των κοινών μερών της οικοδομής (ακίνητο, θεμέλια, πρωτότοιχοι, κλιμακοστάσιο, αυλή κλπ) που τίθεται προς εξυπηρέτηση της οικοδομής. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας σε οικόπεδο που δεν έχει ανεγερθεί οικοδομή είναι νόμω αδύνατη.Η κάθετη ιδιοκτησία εκλαμβάνεται η χωριστή κυριότητα σε ένα από τα περισσότερα αυτοτελή οικοδομήματα που έχουν αναγερθεί σε ενιαίο οικόπεδο. Αποτελείται και αυτή από δύο στοιχεία, ένα κύριο, δηλαδή την αποκλειστική κυριότητα σε ένα από τα δύο τουλάχιστον οικοδομήματα και ένα παρεπόμενο, δηλαδή την αναγκαστική συγκυριότητα κατ’ ανάλογη μερίδα στο ενιαίο οικόπεδο καθώς και τους λοιπούς κοινόχρηστους χώρους (π.χ. κοινό λεβητοστάσιο). Αντίθετα από την οριζόντια, η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας επιτρέπεται κατ’ αρχήν σε οικόπεδα που βρίσκονται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως (Δ. Πίψου, Δικαστική Διανομή, σελ. 248-302).

Η αγωγή πρέπει να στρέφεται κατά των υπολοίπων μη συναινούντων στη διανομή συγκυρίων (αρ. 478 ΚΠολΔ). Για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να αναφέρει τη συγκυριότητα του ενάγοντος στο πράγμα που πρόκειται να διανεμηθεί, την υφιστάμενη κοινωνία μεταξύ των διαδίκων, το αντικείμενο της αγωγής μαζί με ακριβή περιγραφή του κοινού ακινήτου, μη συμφωνία του εναγομένου για λύση της κοινωνίας και αίτημα λύσης της κοινωνίας. Ο ενάγων σε περίπτωση που απέκτησε τη συγκυριότητα στο κοινό με παράγωγο τρόπο θα πρέπει να κάνει επίκληση της μεταξύ του ενάγοντος και του αμέσως δικαιοπαρόχου του κυρίου καταρτισθείσας μεταβιβαστικής της κυριότητας συμβολαιογραφικής πράξης και της μεταγραφής αυτής. Σε περίπτωση, ωστόσο, που προβληθεί σχετική ένσταση από τον εναγόμενο, η οποία αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος ή δικαιοπαρόχου του, ο ενάγων πρέπει να προσδιορίσει με τις προτάσεις του πώς ακριβώς απέκτησε κυριότητα ο δικαιοπάροχός του ακόμα και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του μέχρι να φτάσει σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας ή σε αποδεδειγμένη κτήση με έκτακτη χρησικτησία.

Για το παραδεκτό της αγωγής απαιτείται η εγγραφή της στο βιβλίο διεκδικήσεων στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο εντός 30 ημερών από την κατάθεση. Για το παραδεκτό δεν απαιτείται πλέον η επίδοση της αγωγής στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. αφού το άρθρο 33 Ν 1249/1982, που επέβαλε την επίδοση αγωγών που αφορούν ακίνητα στον αρμόδιο οικονομικό έφορο έχει καταργηθεί με το άρθρο 37 Ν 2065/1992. Πριν από τη συζήτηση της αγωγής διανομής ο ενάγων πρέπει να προκαταβάλει το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου. Ο ενάγων μπορεί να ζητήσει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας.

Ο ενάγων δεν είναι υποχρεωμένος να προσδιορίζει στο δικόγραφό της αγωγής τον τρόπο λύσης της κοινωνίας, αν δηλαδή αυτή θα γίνει με αυτούσια διανομή ή αν θα διαταχθεί πλειστηριασμός καθότι ο τρόπος λύσης ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του Δικαστηρίου. Συνήθως όμως σε περίπτωση που η διανεμητέα περιουσία αφορά ένα και μόνο ακίνητο- διαμέρισμα (οριζόντια ιδιοκτησία συσταθείσα σύμφωνα με τον ν. 3741/1929), συνεπώς είναι αδύνατη η αυτούσια διανομή του σε ομοειδή μέρη χωρίς μείωση της αξίας του, διατάσσεται πλειστηριασμός. Στην περίπτωση αυτή το ακίνητο πωλείται με πλειστηριασμό και μεταξύ των κοινωνών διανέμεται το εκπλειστηρίασμα κατ’ αναλογία των μερίδων τους. Στην περίπτωση που υπερθεματιστής είναι ένας εκ των συγκυρίων νομικό περιεχόμενο της κατακύρωσης είναι η λύση της κοινωνίας (αρ. 798 ΑΚ). Η κατακύρωση δε στον συγκύριο επέρχεται για τα ιδανικά μερίδια των συγκοινωνών. Ακόμα όμως και μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης που διατάσσει πλειστηριασμό οι κοινωνοί μπορούν να ζητήσουν να μην εκτελεστεί, οπότε ακολουθεί εκποίηση κατά τις διατάξεις του ΑΚ (ΕφΑθ 3503/1990 ΕλλΔνη 92,581). Ο εν προκειμένω πλειστηριασμός παρότι δανείζεται ορισμένες διατάξεις του αναγκαστικού πλειστηριασμού (αρ. 959 επ. ΚΠολΔ), εν τοις πράγμασι χαρακτηρίζεται ως εκούσιος, ήτοι προσομοιάζει με πώληση ιδιωτικού δικαίου υπό τις εγγυήσεις και τη δημοσιότητα της δημόσιας αρχής (ΕφΘεσσ 2007/2006).

Αναφορικά με την δυνατότητα δικαστικής διανομής κοινού ακινήτου είτε μέσω αυτούσιας διανομής είτε μέσω πώλησης με εκούσιο πλειστηριασμό σε περίπτωση που υπάρχουν στο ακίνητο αυθαιρεσίες, οι οποίες δεν έχουν τακτοποιηθεί (ν. 1337/1983, 4014/2011, 4178/2013)μέχρι πρότινος επικρατούσε διχογνωμία. Κατά μία άποψη η εν προκειμένω διανομή ακινήτου με αυθαίρετους χώρους δεν μπορούσε να διαταχθεί δικαστικά καθότι η μεταβίβαση με αυθαίρετα κρίνεται άκυρη (ΑΠ 265/2004, ΠΠρΑθ 86/2011). “Για την κρίση της νομιμότητας της αξιούμενης διανομής, είτε αυτή γίνει αυτούσια είτε διαταχθεί η πώληση του κοινού με εκούσιο πλειστηριασμό, κρίνεται αναγκαία η προσκόμιση της βεβαίωσης μηχανικού συνοδευόμενης από σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, που προβλέπονται στο άρθρο 3 του Ν. 4178/2013, ώστε να προκύπτει ότι τα κτίσματα δεν είναι αυθαίρετα ή ότι έχουν τακτοποιηθεί με την καταβολή ενιαίου ειδικού προστίμου” (ΜΠρΤρικάλων 73/2017). “Η με πλειστηριασμό πώληση του κοινού και η διανομή του πλειστηριάσματος πριν από την κατεδάφιση των αυθαιρέτων είναι ανεπίτρεπτη και άκυρη διότι προσκρούει στην διάταξη αρ. 17 παρ, 10 Ν. 1337/1983 που απαγορεύει τη μεταβίβαση αυτή” (ΕφΘεσσ 2007/2006). Κατ’ άλλη δε άποψη “είναι δυνατή η μεταβίβαση με αυθαίρετο και η διατήρηση του αυθαιρέτου εφόσον τακτοποιηθεί από αυτόν που θα το αποκτήσει με πλειστηριασμό και εφόσον για το αυθαίρετο αυτό δεν έχει προηγηθεί αυτοψία ούτε υπάρχει απόφαση κατεδάφισης. Η μεταβίβαση δε που επέρχεται λόγω πλειστηριασμού σε καμία περίπτωση δε νομιμοποιεί το αυθαίρετο (ΠΠρΘεσσ 129/2013).

Ο νεοψηφισθής νόμος 4495/2017 “Έλεγχος και προστασία δομημένου περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις” μεταξύ άλλων επαναπροσδιορίζει τη διαδικασία έκδοσης και τον έλεγχο οικοδομικών αδειών, ενώ μέσω της διαδικασίας ηλεκτρονικής ταυτότητας κτιρίου επιχειρεί την αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης του κτιρίου και των αδειών του. Επιπλέον προβλέπει εξειδικευμένα μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης της αυθαίρετης δόμησης σε συνέχεια των προαναφερθέντων νόμων 1337/1983, 4014/2011, 4178/2013. Από την εφαρμογή του στην πράξη θα κριθεί η αποτελεσματικότητά του και σε περιπτώσεις δικαστικής διανομής ακινήτων με υφιστάμενες αυθαιρεσίες.      

Παναγιώτης  Στ.  Γουνελάς
Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο  &
Πτυχ. Οικονομικών Επιστημών Ε.Κ.Π.Α

 

 

 

- Δημοκρίτου 18  &  Σκουφά   Αθήνα  106 73

- Λεωφ. Βασιλέως Γεωργίου Β' 65-67
Πειραιάς  185 34

Τηλέφωνο επικοινωνίας

210 4170488

email: gounelaslawoffice@gmail.com

 

 

 

 

Copyright © Π.Γουνελάς & Συνεργάτες All Rights Reserved. Designed by EzStore.gr